728x90 AdSpace

  • Epiosy News

    Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

    Για την συμφωνία των Πρεσπών : οι πελεκάνοι, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ιμπεριαλισμός 

    Του Δημήτρη Μπελαντή

    1.Πρέσπες : Η διεθνής δυτική ιμπεριαλιστική πίεση στο ελληνικό κράτος και οι αιτίες της

    Η Συμφωνία των Πρεσπών συνδέεται στενά και μονοσήμαντα με την ενίσχυση του ΝΑΤΟ στα Δυτικά Βαλκάνια και έχει ορισθεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. ως τώρα, Η Ελλάδα, αρχικά, δεν συμφωνούσε στην διαδικασία αυτήν , θέτοντας ως βέτο για την ένταξη στους διεθνείς αυτούς οργανισμούς το ζήτημα του ονόματος και της εθνικότητας και υπηκοότητας της ΠΓΔΜ ( ήδη ονομασθείσας επίσημα ως «Βόρεια Μακεδονία») . Η σύσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών και ηγετών του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008 δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο. Προφανώς, η μακροχρόνια αντίθεση αυτή της Ελλάδας δεν αφορούσε την ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά την εθνική/εθνοτική διαφορά.

    Όλη η σχετική πίεση από τα δυτικά κέντρα εξουσίας ( τα κέντρα εξουσίας του δυτικού ιμπεριαλισμού) για την σύναψη της Συμφωνίας και την κύρωση αυτής από τα αντίστοιχα κοινοβούλια της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ είχε ως αποκλειστικό κίνητρο την ένταξη της ΠΓΔΜ στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, κυρίως το ΝΑΤΟ. Χωρίς αυτό το ζήτημα να εκκρεμεί , καμία πίεση δεν θα είχε ασκηθεί πάνω στις δύο χώρες για την επίλυση της μακροχρόνιας εθνικής ή εθνοτικής διαφοράς σχετικά με το όνομα. Ήδη, και στο Βουκουρέστι το 2008, αυτό ήταν το μοναδικό και αποκλειστικό ζήτημα, ήταν και τότε το βασικό διεθνές κίνητρο της ηγεσίας του ΝΑΤΟ για την άμεση «επίλυση» της διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών. Βεβαίως, στο διεθνές πλαίσιο, το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε, πριν από την Συμφωνία των Πρεσπών, την αναγνώριση της ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από πάνω από 140 κράτη διεθνώς, και μάλιστα με τον κίνδυνο αυτά να αυξηθούν και άλλο σε περίπτωση άρνησής της. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι , χωρίς την τώρα συναίνεση της ελληνικής πλευράς και άρση του βέτο εκ μέρους της , η ΠΓΔΜ δεν θα μπορούσε να γίνει κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ , τουλάχιστον όχι το αμέσως επόμενο διάστημα, όχι εύκολα και όχι χωρίς μεγάλες συγκρούσεις και επιπλοκές. Συνεπώς, η αλλαγή πολιτικής στην Ελλάδα ήταν κρίσιμη και σημαντική και ως εξ αυτού οι συνεχείς πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις στην Ελλάδα επί χρόνια. Τίποτε δεν είναι τυχαίο.

    Η κεντρικότητα του στόχου ένταξης σε ΝΑΤΟ και ΕΕ και η αναπόσπαστη σύνδεσή της με τον κορμό της Συμφωνίας επισημαίνεται κατά τρόπο ρητό και επαναλαμβανόμενο στο Άρθρο 2 της Συμφωνίας. Εκεί συμφωνείται ότι το Πρώτο Μέρος ( η Ελληνική Δημοκρατία) θα αποδεχθεί και ενισχύσει, μετά την κύρωση της συμφωνίας από τα εθνικά κοινοβούλια, την ένταξη του Δευτέρου Μέρους ( Της ΠΓΔΜ, που δεν αναφέρεται καν ως τέτοια , της Βόρειας Μακεδονίας , όπως πια συμφωνείται ότι θα ονομάζεται) στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και δεν θα προβάλει κανένα εμπόδιο, αντιθέτως θα είναι απόλυτα ενισχυτική στην ένταξη της χώρας αυτής στους παραπάνω δύο οργανισμούς. Ήδη, αυτό έγινε με την κύρωση από την Βουλή του σχετικού πρωτοκόλλου ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ.

    Αυτός, άλλωστε, ήταν και είναι ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο όλα τα δυτικά καπιταλιστικά/ιμπεριαλιστικά και ευρωατλαντικά κέντρα εξουσίας χαιρέτισαν με ζέση και ενθουσιασμό την σύναψη της Συμφωνίας αλλά και την κύρωσή της από τα δύο εθνικά κοινοβούλια, Ελλάδας και ΠΓΔΜ, ως μια εξαιρετικά θετική για την Δύση πολιτική εξέλιξη. Ο Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ , σε συνέντευξή τύπου του, την 04/12/2018, σχετική με την αναμέτρηση ισχύος μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας και μάλιστα στο ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων, ενέταξε σαφώς την «θετική» αυτήν συμφωνία στα πλαίσια ενίσχυσης της δυτικής και ευρωατλαντικής πολιτικής, στρατιωτικής και γεωπολιτικής

    ισχύος . [1] Επίσης, θεωρήθηκε δεδομένο ότι η επίσκεψη της καγκελλαρίου της Γερμανίας Ανγκέλα Μέρκελ στην Αθήνα κατά τον Ιανουάριο 2019, λίγο πριν από την κύρωση της συμφωνίας από το ελληνικό κοινοβούλιο, αποσκοπούσε στην ενίσχυση της διάθεσης και τάσης μέσα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα να κυρωθεί η Συμφωνία και στην πολιτική ενίσχυση του Αλέξη Τσίπρα σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού αυτού, στην πίεση για αυτήν την επίτευξη. Δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η έντονα φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Εφημερίδα των Συντακτών» είχε απολύτως θριαμβευτικό τόνο στο εξώφυλλό της κατά την επίσκεψη της Μέρκελ, υπό την έννοια ότι η Μέρκελ επιδοκίμαζε την προσπάθεια του « ιδεολογικά αντιπάλου» της Αλέξη Τσίπρα υπέρ της Συμφωνίας και αποδοκίμαζε την απορριπτική στάση του «πολιτικού συγγενούς» της Κυριάκου Μητσοτάκη.

    Και όχι μόνο αυτό. Την ημέρα κύρωσης της Συμφωνίας από την ελληνική Βουλή , Παρασκευή 25-1-2019, η ιστοσελίδα του κυβερνητικού κόμματος Left.gr ανακοίνωσε ότι μια σειρά από σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες όπως ο παραπάνω Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, οι πρέσβεις των ΗΠΑ και του Καναδά, ο κ. Γιουνκέρ , ο κ. Μοσκοβισί, η γερμανίδα καγκελλάριος, η πρωθυπουργός της Βρετανίας, ο Ντόναλντ Τασκ κ.α. χαιρετούν θερμά την ελληνική κύρωση της Συμφωνίας .Μάλιστα, άνοιξε και μια σελίδα ουσιαστικά «συγχαρητηρίων και ευσήμων», όπου φιγούραραν βασικές ηγετικές προσωπικότητες του δυτικού κόσμου, αυτό που σε μια πιο μαρξιστική πολιτική διάλεκτο θα χαρακτηρίζαμε ως η αφρόκρεμα της ηγεσίας των δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών. Ταυτοχρόνως, ο εξαιρετικά δραστήριος και «επιμελής» πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα κ. Pyatt τοποθετήθηκε πάνω στις νέες δυνατότητες για επενδύσεις των ΗΠΑ στις δύο χώρες και για την ένταση της (καπιταλιστικής) οικονομικής ανάπτυξης σε αυτές-ας σημειωθεί εδώ ότι ο κ. Pyatt εμφανώς διαδραμάτισε πολύ ενεργό ρόλο στην σύναψη και κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, πράγμα που ποτέ, άλλωστε, δεν απέκρυψε. Αντιθέτως, κορυφαίες χώρες του «ανατολικού καπιταλισμού», οι οποίες πλήττονται άμεσα από την Συμφωνία με αρνητικό τρόπο ( π.χ. Ρωσία) δήλωσαν την δυσφορία τους για την σύναψη και την κύρωση της Συμφωνίας.

    Αυτό είναι εύλογο, καθώς η Συμφωνία των Πρεσπών συντείνει πολύ σημαντικά στην συμπύκνωση/ενίσχυση των πολιτικών και στρατιωτικών δομών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια σε μια φάση όπου η Δύση καλείται να ενισχύσει την στρατιωτική παρουσία της , στα πλαίσια πάντοτε του νέου Ψυχρού Πολέμου κατά της Ρωσίας και των συμμάχων της (λ.χ. Ιράν, Συρία κ.α. )[2] , καθώς και κατά της τάσης αποσκίρτησης ή πάντως ταλάντευσης βασικών παλιότερα γεωστρατηγικών συμμαχων των ΗΠΑ , όπως η Τουρκία του Ερντογάν. Όπως έχει επισημανθεί και στην σχετική διεθνή αρθρογραφία, η στρατηγική συμμαχία ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι κομβική για την σταθεροποίηση του ΝΑΤΟ στρατιωτικά και πολιτικά και την ανάσχεση της Ρωσίας[3]. Ιδίως μάλιστα σε μια συγκυρία όπου οι ΗΠΑ αποχωρούν από την Διεθνή Συμφωνία του 1987 για τα πυρηνικά όπλα ( Ρέγκαν-Γκορμπατσόφ) και, άρα, ενισχύεται αντικειμενικά η τάση για την πιθανή «θερμοποίηση» του νέου Ψυχρού Πολέμου και ο πολεμικός κίνδυνος, ιδίως από την πλευρά της ιμπεριαλιστικής Δύσης[4].

    Κατά πάσα πιθανότητα, η τωρινή ενίσχυση του πλέγματος ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια, και σε τελική ανάλυση σε όλα τα Βαλκάνια, έρχεται να συμπληρώσει την στρατηγική των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ το 1999 , η οποία ολοκλήρωσε την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ( χωρίς αυτό να αναιρεί καθόλου και τις καθαρά ενδογενείς αιτίες της διάλυσης, που και αυτές ήταν υπαρκτές) , νομιμοποίησε το απολύτως πειθήνιο στις ΗΠΑ Κόσσοβο ως de facto κράτος ( ήδη βαδίζει σαφώς και προς την ντε γιούρε αναγνώριση) , σταθεροποίησε τον έλεγχο των ΝΑΤΟ-ΕΕ σε Κροατία-Σλοβενία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη και εξώθησε σε ακραίες επεκτατικές τάσεις τον αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό ( Μεγάλη Αλβανία), ενώ αποδυνάμωσε καίρια τον σερβικό κρατικό παράγοντα. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο και επέμβαση σε μια εποχή ακόμη «μονοπολισμού»( unipolar moment) μετά την πτώση της ΕΣΣΔ , που αναδιαμόρφωσε το όλο πολιτικό και στρατηγικό πλαίσιο των Βαλκανίων, αποσκοπώντας από τότε α) στον έλεγχο των ενεργειακών πόρων β) στον έλεγχο των οδών μεταφοράς ενεργειακών πόρων και γ) στην στρατηγική ανάσχεση μιας προπουτινικής Ρωσίας, που τότε ήταν ακόμη, υπό τον Γιέλτσιν, σχεδόν ένα «αποτυχημένο κράτος» ( “Failed State” ),αλλά στο μεταξύ η πολιτική και στρατηγική της δύναμη έχει σοβαρά πολλαπλασιασθεί [5] Παρά τις σημαντικές διαφορές στρατηγικών ανάμεσα στα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα και πόλους εξουσίας, ήδη ανάμεσα και σε κέντρα εξουσίας των ΗΠΑ ( π.χ. το δίπολο Τραμπ-Χίλαρυ Κλίντον στις ΗΠΑ), παρά την διαφορετική σήμερα αισθητά ισορροπία και συσχετισμό δυνάμεων , ο οποίος σημάδεψε λ.χ. τον πόλεμο και επέμβαση στην Συρία, η στρατηγική της «μεγάλης σκακιέρας» , την οποίαν υπέδειξε από την δεκαετία του 1990 ήδη ο διαμορφωτής της αμερικάνικης στρατηγικής Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ , ως συνέχεια των γεωστρατηγικώ ν αντιλήψεων και αντιπαραθέσεων του 20ου αιώνα ( Karl Haushoffer, Mackinder κπα) , της χρήσης δηλαδή των Βαλκανίων συνολικά ως οχήματος για τον έλεγχο από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους της Ευρασίας και των περιοχών της κεντρικής Ασίας ( «Μικρά Βαλκάνια») , φαίνεται να βρίσκει σημαντική συνέχεια[6]. Οι ΗΠΑ , σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης και πολιτικής απονομιμοποίησης, λόγω του φαινομένου Τραμπ, έχουν ακόμη περισσότερους λόγους να μην εφαρμόζουν την πολιτική δήθεν «απομονωτισμού», την οποίαν αρχικά εξήγγειλε κατά την εκλογή του ο νέος πρόεδρος, αλλά μια πολιτική, στα πλαίσια της οποίας και ανασχέτουν την Ρωσία παγιώνοντας τα απολύτως ιδιοτελή τους συμφέροντα, αλλά και νομιμοποιούνται ξανά ως «ηγέτες του δυτικού κόσμου» έναντι του «δικτάτορα» Πούτιν (συμμαχία ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ)[7].

    Η πολιτική των ΗΠΑ στην Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι μια πολιτική «εμπέδωσης της ειρήνης» μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας, αλλά μια πολιτική διευθετήσεων ώστε να εξασφαλιστεί η πολιτικοστρατιωτική χρήση και αξιοποίηση και των δύο κρατών για τις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ. Υπό αυτήν την έννοια, οι όποιες διευθετήσεις/συμφωνίες α) δεν έχουν πάγιο και οριστικό χαρακτήρα, β) εξαρτώνται από την τάση εξέλιξης της κεντρικής στρατηγικής σύγκρουσης και γ) μπορεί κάλλιστα, , να αναδιευθετηθούν , εφόσον παρέμβουν και άλλα κράτη μικροί ή μεσαίοι παίκτες στην σύγκρουση αυτήν ή και παίκτες που από περιφερειακοί τείνουν πια να γίνουν, με την ορολογία του Μπρεζίνσκυ και της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων, κεντρικοί στρατηγικοί παίκτες διεθνώς, όπως η Τουρκία.

    Συνεπώς, η τοποθέτηση ορισμένων αριστερών ή αριστερόστροφων αναλυτών, κατά την οποίαν η είσοδος της Βόρειας Μακεδονίας ή ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ είναι απλώς ένα τυπικό πλαίσιο ή ζήτημα ή «αφορμή» που αποστρέφει την προσοχή μας από το κεντρικό ζήτημα των ονομασιών, των συνταγματικών διευθετήσεων και της επίλυσης της χρόνιας εθνικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο κρατών, είναι απολύτως και παντελώς αβάσιμη και παρακάμπτει την κύρια διάσταση του ζητήματος, η οποία ανάγεται όχι στην αντίθεση Βόρεια Μακεδονία/ελληνικός εθνικισμός, αλλά στην αντίθεση ιμπεριαλισμός (δυτικός) / αντιιμπεριαλισμός . Έτσι, για παράδειγμα, ο Τ. Κωστόπουλος στο άρθρο του στην «ΕφΣυν της 03-02-2019 με τίτλο « Το φάντασμα της ιστορίας-κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας»[8] αναφέρεται εκτενώς στο θέμα του αριστερού εθνικισμού και επικεντρώνει στην αλλαγή θέσης του ΚΚΕ για τα εθνικά ζητήματα σε σχέση με τις απόψεις του από το 1920 ως το 1988, πάντοτε κατά την δική του εκτίμηση, ενώ θεωρεί ζήτημα «πλαισίου» ( context) βασικά τον νατοϊκό χαρακτήρα και επικαθορισμό της Συμφωνίας των Πρεσπών. Γράφει στην πρώτη σελίδα του άρθρου :

    «Δεν αναφερόμαστε φυσικά στην αντίθεσή του ( του ΚΚΕ) στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ , που από μόνη της θα δικαιολογούσε την εκ μέρους του καταψήφιση της συμφωνίας- έστω κι αν η ΠΓΔΜ μπορούσε έτσι κι αλλιώς να γίνει δεκτή στη συμμαχία με το προσωρινό της όνομα , βάσει της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 , μετά τη ρητή καταδίκη του ελληνικού βέτο από το Διεθνές Δικαστήριο το 2011».

    Προφανώς, η ένταξη με το προσωρινό όνομα , το οποίο ήταν περισσότερο «μη όνομα» και λιγότερο όνομα δεν ήταν απλή υπόθεση, ούτε η ελληνική άρνηση μπορούσε να παρακαμφθεί τόσο εύκολα εντός του ΝΑΤΟ. Κι αυτό, γιατί το ζήτημα του ελληνικού βέτο ήταν περισσότερο πολιτικό παρά νομικό ζήτημα για την ηγεσία του ΝΑΤΟ. Η ηγεσία του ΝΑΤΟ ήθελε τυπικά ικανοποιημένες και τις δύο πλευρές, ώστε, πέραν των άλλων, να αποκτήσει και πολιτική υπεραξία ως «ειρηνοποιός δύναμη» , αλλά και να έχει δύο και όχι έναν πρόθυμους συμμάχους. Αν, άλλωστε, το ζήτημα ήταν νομικά και πολιτικά τόσο εύκολα παρακάμψιμο, είναι ακατανόητη η τόσο έντονη παρέμβαση και σπουδή του διεθνούς δυτικού παράγοντα και των Ιδεολογικών και Οικονομικών Μηχανισμών διεθνούς εμβελείας για να πεισθούν και οι δύο χώρες να συνάψουν και κυρώσουν την Συμφωνία και, μετά, η Βόρεια Μακεδονία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Θα επρόκειτο για πολιτικό παραλογισμό.

    Ακόμη εντονότερα, τίθεται το ζήτημα της νατοϊκής παρέμβασης ως ενδιάμεσου διαιτητικού πλαισίου στο κείμενο της αριστερής οργάνωσης /συλλογικότητας «Δικτύωση για την Ριζοσπαστική Αριστερά- Η Ζωή Μετά» (πρώην κεντρικά στελέχη της «Ομάδας των 53+», εκτός ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2015). Σε κεντρικό άρθρο για την Συμφωνία αυτής της αριστερής συλλογικότητας[9], ενώ κατ’ αρχάς θεωρείται θετικό βήμα η Συμφωνία , ως διαδικασία που αμβλύνει τους δύο αντίθετους εθνικισμούς, αναφέρεται για το «νατοϊκό πλαίσιο» το ακόλουθο :

    «Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να επιλύσει το ζήτημα του ονόματος συνδέοντας το με την ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση (όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 της Συμφωνίας), συνεχίζοντας να λειτουργεί ως ο καλύτερος εκπρόσωπος των επιδιώξεων των ΗΠΑ στην περιοχή. Το νατοϊκό πλαίσιο όχι μόνο δεν αποτελεί εγγύηση για την ειρήνη στα Βαλκάνια, αλλά εντάσσει ολόκληρη την περιοχή πιο βαθιά στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς Δύσης-Ρωσίας. Αυτό το πλαίσιο επίλυσης είναι πιθανό να συνεχίσει να προκαλεί αντιδράσεις στην αποδοχή της συμφωνίας, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό ένα πλαίσιο επιβολής και εξαναγκασμού, ειδικά προς το λαό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η αναγκαία αντίδραση στο ΝΑΤΟ όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε «κλείσιμο ματιού» στον εθνικισμό».

    Και εδώ, αντικειμενικά, η διάσταση του ΝΑΤΟ , του δυτικού ιμπεριαλιστικού πλέγματος και του ενδοκαπιταλιστικού[10]ανταγωνισμού διεθνώς, καθώς και της πολιτικοστρατιωτικής ενίσχυσής του ΝΑΤΟ ,αντικειμενικά υποβαθμίζεται, θεωρείται ως ένα παράπλευρο ή δευτερεύον τη τάξει ζήτημα. Ουσιαστικά, η άποψη που παρουσιάζεται θεωρεί ότι το ζήτημα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, παρότι καθεαυτό αρνητικό, αποτελεί μια «καλή αφορμή» για να επιλυθεί η εθνική διαφορά ή σύγκρουση μεταξύ των δύο εθνικών κρατών. Έτσι, η Συμφωνία « ανοίγει θετικές δυνατότητες» , παρά το ότι διεξάγεται σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο, άλλωστε, σύμφωνα και με τον προηγούμενο σχολιαστή, θα μπορούσε κάλλιστα και να έχει παραλειφθεί. Δεν λέγεται, αλλά σαφώς υπονοείται, ότι , αν υποθέταμε ότι το ΝΑΤΟ –και η ένταξή μας σε αυτό- κάποια στιγμή θα μπορούσε να κάνει και καλό, αυτή είναι τώρα μια τέτοια στιγμή. Είναι πεδίο από τα άνω εξομάλυνσης και άμβλυνσης των εθνικισμών.

    2. Είναι, όντως, ο ιμπεριαλισμός μια «ειρηνοποιός δύναμη»[11];

    Πίσω από τις παραπάνω απόψεις υποκρύπτεται μια αντίληψη, αντίστοιχη σε μια περισσότερο εικονική παρά πραγματική κατάσταση , κατά την οποίαν, παρά το ότι ο ιμπεριαλισμός είναι μια βλαπτική διεθνής δύναμη και σχέση ισχύος–για τους λαούς, την εργατική τάξη κλπ- είναι ταυτοχρόνως και ένας αξιόπιστος διεθνής δικαστής ή χωροφύλακας. Τουλάχιστον, ελλείποντος άλλου.

    Είτε προσλάβουμε τον ιμπεριαλισμό με την μαρξιστική και λενινιστική έννοια του όρου είτε με την έννοια ενός συστήματος ισχύος στις διεθνείς σχέσεις ( π.χ. σχολή του ρεαλισμού, συστημική προσέγγιση κλπ) , αυτό που αποκλείεται σε κάθε περίπτωση είναι η κατανόησή του ως ενός πλαισίου η συστήματος ηθικοπολιτικής τήρησης αρχών ή «ευθυδικίας» ή έστω και για λόγους επιβολής ισχύος καθιέρωσης ενός συστήματος ηθικών αρχών και φυσικού δικαίου. Π.χ. μια αντίστοιχη λογική αναπτύχθηκε κατά την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Γιουγκοσλαβία ( κυρίως στην φάση του 1999) και εν μέρει και στην Συρία (2011-σήμερα). Ακόμη και αν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές ή οι ιμπεριαλιστές γενικότερα είναι φορείς υλικών συμφερόντων και εξουσίασης και «βλάπτουν τους λαούς», ορισμένες ακραίες περιπτώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή αδικιών ή και μη ηθικής και μη δίκαιης παράτασης μιας κατάστασης ( όπως η αντίθεση Ελλάδας/ΠΓΔΜ) είναι νοητό και δίκαιο να επιλύονται με ιμπεριαλιστική επέμβαση , αν/όταν δεν υπάρχει άλλη λύση. Το επιχείρημα της ιμπεριαλιστικής προστασίας των «ανθρω πίνων δικαιωμάτων» και της χάριν της προστασίας τους κάμψης της κρατικής κυριαρχίας μπορεί τώρα να προσλάβει και μια άλλη εναλλακτική μορφή : αν ένα «ισχυρό» κράτος όπως η Ελλάδα (παρακολουθούμε την ροή σκέψης αυτού του σχήματος, δεν είναι η άποψή μας) μπλοκάρει την ύπαρξη και διεθνή δράση ενός κράτους «λιγότερο ισχυρού», όπως η ΠΓΔΜ, κατά τρόπο που αναιρεί τον αυτοπροσδιορισμό του ( π.χ. καθιστώντας εαυτό ένα είδος «Νονού των Βαλκανίων»), η δράση του ιμπεριαλισμού και των φορέων του, η οποία επιλύει, έστω μερικά, την αδικία του ενός έναντι του άλλου και τερματίζει την σύγκρουση , ακόμη και αν γίνεται για «ιδιοτελείς» λόγους του συστήματος εξουσίας, γιατί πρέπει να θεωρείται απαράδεκτη; Θα μπορούσε , αν και αυτό ποτέ δεν θα ειπωθεί ευθέως , να είναι και επιθυμητή και αναγκαία, όσο οι «λαοί» αδρανούν να επιλύσουν από μόνοι τους την διαφορά. Θυμίζω ότι και κατά την κρίση-πόλεμο στο Κόσοβο και την Γιουγκοσλαβία το 1999, μια βασική επίκληση κάποιων τάσεων της Αριστεράς ( ιδίως της Ενιαίας Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς , όπως εκφραζόταν στο έντυπό της International Viewpoint, που τότε κυκλοφορούσε και στα ελληνικά με πρωτοβουλία της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος ) ήταν ότι η κύρια όψη ήταν η σερβική εθνοκάθαρση κατά των Κοσοβάρων, ενώ η ιμπεριαλιστική επέμβαση ήταν αν όχι ένα «πλαίσιο επίλυσης», πάντως μια δευτερεύουσα και παράπλευρη διάσταση. Η «ηθικοπολιτική» αυτή πλαισίωση του ιμπεριαλισμού, και ιδίως του δυτικού ιμπεριαλιστικού πλέγματος, στηρίχθηκε και σε μια βροντώδη και συντονισμένη τοποθέτηση «κορυφών» της ευρωπαϊκής διανόησης όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας κ.α., ενώ επιχειρήματα αντλήθηκαν και από θεωρητικούς και φιλοσόφους του διεθνούς δικαίου όπως ο M. Walzer ( «Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι», Αθήνα 2008, Ιωλκός) ή ο Fernando Teson στην κλασσική μονογραφία του ( “Humanitarian Intervention- an Inquiry into Law and Morality”, 1988 ) κπα.

    Όπως είχαμε την δυνατότητα να αναπτύξουμε αλλού (και ιδίως στο συλλογικό βιβλίο Ευτύχης Μπιτσάκης- Δημήτρης Μπελαντής «Πόλεμοι της Νέας Τάξης», Αθήνα 2005, Προσκήνιο –Άγγελος Σιδεράτος, Δεύτερο Μέρος (δικό μου μέρος) , Πρώτο Κεφάλαιο «Προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρωπιστική επέμβαση-μια κριτική επισκόπηση» ) , η επιχειρηματολογία αυτή είναι αβάσιμη, απολογητική του ιμπεριαλισμού και μη αληθής. Πρώτον, γιατί το σύστημα ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας δεν διαθέτει καμία νομική ή διαδικαστική ή έστω ουσιαστικά ηθική νομιμοποίηση για να διαφυλάξει ή να διαιτητεύσει την τήρηση αρχών δικαιοσύνης ή ηθικής τάξης-υπάρχουν βεβαίως και οριακές εξαιρέσεις όπου υπήρχε τουλάχιστον νομική νομιμοποίηση όπως οι αποφάσεις του ΟΗΕ της περιόδου της Κορέας ή του Πολέμου του Κόλπου το 1990-1991 . Δεύτερον, γιατί δεν επιδιώκει ή έστω ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, αφού κινείται αποκλειστικά και μόνο για την ικανοποίηση υλικών συμφερόντων του και σχέσεων εξουσίασης σε διεθνή κλίμακα. Τρίτον, γιατί κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον τοπικά αδικούμενο στην δράση του, παρά μόνο με κόστος την παράταση της αδικίας ή την επανεμφάνισή της με νέα μορφή. Τέταρτον, γιατί η «ηθική» ή «ειρηνοποιός» δράση του ιμπεριαλισμού είναι πάντοτε επιλεκτική και μεροληπτική. Ακόμη και αν θεωρούσαμε ότι η Δύση «ωφέλησε» το 1999 τους τότε βλαπτόμενους Κοσοβάρους, δεν θα παρέμβει ποτέ στην Σαουδική Αραβία, την Υεμένη ή αλλού , παρά μόνο για να βοηθήσει τον θύτη και όχι το θύμα ή παρά μόνο για να αποσταθεροποιήσει την τοπική ισορροπία υπέρ της, διαλύοντας τυχόν επικίνδυνους περιφερειακούς παίκτες . Οι εμπειρίες της Λιβύης το 2011, της Συρίας, της Ουκρανίας μετά το 2014 κπα το αποδεικνύουν.

    Όμως, παραμένει γεγονός το ότι ,ενώ το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα ( ή κατά κύριο λόγο το δυτικό σκέλος του) αποκλείεται να παρέμβει για την «Δικαιοσύνη» και χάριν αυτής και της ηθικής , η τέτοια απεικόνιση της πραγματικότητας του ιμπεριαλισμού ως «ειρηνοποιού δύναμης» αποτελεί βασική διάσταση της ιδεολογικής του νομιμοποίησης και μάλιστα σε διεθνή κλίμακα. Αν ο ιμπεριαλισμός παρουσιαζόταν μονίμως ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ως ένα σύστημα βίας/ ισχύος και υλικών ωφελημάτων, η δράση των φορέων του θα ήταν ασύγκριτα πολιτικά και πρακτικά δυσκολότερη. Ιδίως, το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ ή η σοσιαλδημοκρατία διεθνώς είναι κυβερνητικές δυνάμεις, οι οποίες επιμένουν εξαιρετικά , σε συνδυασμό και με την λειτουργία της «διεθνούς κοινωνίας των πολιτών», των ΜΚΟ κλπ, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι «ειρηνοποιό» και ηθικά δίκαιο σύστημα. Αυτό ως «επιχείρημα» ίσχυε και στον προκαπιταλιστικό ιμπεριαλισμό (π.χ. Περσική και Ελληνιστική Αυτοκρατορία, Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Pax Romana , Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους) ίσχυε και στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό ( π.χ. ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στον 19ο αιώνα, Ιερά Συμμαχία κλπ ) , λειτουργεί ακόμη πιο έντονα στον μονοπωλιακό καπιταλισμό ή κλασσικό σύγχρονο ιμπεριαλισμό με την μαρξιστική έννοια. Η εικόνα και τοπολογία του φορέα ιμπεριαλιστικής ισχύος ( ισχυρού ιμπεριαλιστικού κράτους ή και συμμαχίας/ συνασπισμού ιμπεριαλιστικών κρατών) που παρεμβαίνει ως δικαστής ή διαιτητής ή ως χωροφύλακας στην τοπική διαφορά ή αντίθεση είναι μια χαρακτηριστική εικόνα πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοποίησης της κυριαρχίας. Αυτός που «νέμει την γη» (κατά την γνωστή έκφραση του Γερμανού φιλοσόφου Καρλ Σμιττ) είναι και ο ίδιος που την «ειρηνεύει». Είναι η εικόνα του «αμερόληπτου δικαστή» που κρίνει μια διαφορά, η οποία φέρεται ενώπιό ν του κατά τρόπο ψυχρό και απαθή. Είναι η εικόνα του «διαιτητή» που επιλαμβάνεται όλο και περισσότερο πια των ιδιωτικών διαφορών στο περιουσιακό ιδιωτικό δίκαιο ή και παρεμβαίνει στις σχέσεις κράτους-πολίτη στις αναπτυγμένες δημοκρατίες δυτικού τύπου. Είναι η εικόνα του διεθνούς χωροφύλακα και «νταή» , όπως την περιέγραφε με επιτυχία ο Νοαμ Τσόμσκυ το 1999 για το Κόσοβο ( “Humanitarian Intervention… “), που παρεμβαίνει για να μαζέψει… τον τοπικό «νταή» , επιβεβαιώνοντας έτσι την διαιτητική και εν μέρει μαφιόζικη δική του αποκλειστική κυριαρχία.

    Στις περισσότερες από τις μακροχρόνιες παρεμβάσεις εδώ και δύο αιώνες περίπου και του προμονοπωλιακού καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού και στην συνέχεια του ιμπεριαλισμού της κλασσικής μονοπωλιακής περιόδου, από το 1890 και μετά, η δικαιολογία δεν ήταν απλώς μια προβολή γυμνών συμφερόντων αλλά , αντίθετα, η προβολή σχέσεων ειρήνευσης, δημόσιας τάξης και ατομικών δικαιωμάτων που έχουν ήδη προσβληθεί τοπικά και πρέπει να αποκατασταθούν. Όποτε οι ιμπεριαλιστές του 19ου αιώνα, ιδίως οι Βρετανοί ιμπεριαλιστές , επενέβαιναν στην μισοαποικιακή Κίνα, το έκαναν για να προστατεύσουν περιουσιακά δικαιώματα ή την σωματική ασφάλεια υπηκόων τους ή συμμάχων ή ιεραποστόλων τους . Όποτε οι ΗΠΑ παρενέβαιναν στη Λατινική Αμερική, συχνά το έκαναν για να διώξουν κάποιον τοπικό δικτάτορα, να βοηθήσουν τον πληθυσμό της χώρας, να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση κλπ ( και πρόσφατα Σαν Ντομίνγκο 1964, Γρενάδα 1983, Αιτή 1994, Παναμάς 1989 κλπ). Ακόμη και αυτός ο ναζιστικός ιμπεριαλισμός κατέλαβε την Τσεχοσλοβακία το 1938-1939 για να στηρίξει τα δικαιώματα των ομογενών Γερμανών της Σουδητίας, την Πολωνία το 1939 , για να προστατεύσει τους Γερμανούς ομογενείς του Ντάντσιχ κλπ

    Για να έλθουμε και στην στενότερη μαρξιστική έννοια του ιμπεριαλισμού. Εδώ, πρέπει να εισαγάγουμε μια διαφοροποίηση. Υφίσταται ήδη πριν από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό μια μορφή καπιταλιστικών Μεγάλων Δυνάμεων και αποικιακής/επεκτατικής οργάνωσης – θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για έναν προμονοπωλιακό «καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό»[12]. Και υπάρχει , βεβαίως, η θεωρία του καπιταλιστικού μονοπωλιακού ιμπεριαλισμού, του κλασσικού ιμπεριαλισμού, η οποία στηρίζεται στον σχηματισμό των μονοπωλίων, την συγκέντρωση και την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, την ανάπτυξη μεγάλων πολιτικών και στρατιωτικών καπιταλιστικών δυνάμεων, οι οποίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το μοίρασμα του κόσμου, τον έλεγχο των αγορών, της εργατικής δύναμης , των πρώτων υλών. Η πάλη αυτή διαμεσολαβείται από έναν αποικιακό και μισοαποικιακό ή νεοαποικιακό διεθνές σύστημα, από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και από την ανάπτυξη των ταξικών αντιθέσεων ως τον βαθμό της επανάστασης ( σοσιαλιστικής, δημοκρατικής-αντιαποικιακής κλπ). Το διεθνές σύστημα, κατά τη ν μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική περίοδο, δεν στηρίζεται πια αποκλειστικά στην υφαρπαγή πόρων/πρώτων υλών/ εργατικής δύναμης από προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς ή στο άνοιγμα των αγορών βιομηχανικών προϊόντων της αναπτυγμένης Δύσης στις χώρες αυτές, αλλά αρχίζει να παρεμβαίνει και με την εξαγωγή κεφαλαίου , που έχει ήδη συγκροτηθεί ως χρηματιστικό κεφάλαιο, στην κατεύθυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, Η θέση αυτή έχει αναπτυχθεί κυρίως από τον Β.Ι. Λένιν στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» , αλλά και από τον Ρ. Χίλφερντινγκ στο έργο του «Το χρηματιστικό κεφάλαιο» , την Ρ. Λούξεμπουργκ στο έργο της « Η συσσώρευση του κεφαλαίου» κλπ[13]. Προφανώς, για τις ανάγκες αυτής της μελέτης, δεν θα μπούμε καθόλου στις διαφωνίες και ιδιαίτερες θεωρήσεις εντός των μαρξιστών για την έννοια και λειτουργία του ιμπεριαλισμού στην μονοπωλιακή κλασσική του περίοδο. Απλώς, θα επισημειώσουμε, ότι μια μεγάλη συζήτηση υφίσταται από την δεκαετία του 1970 ως και σήμερα για το αν ο ιμπεριαλισμός λειτουργεί κυρίως ως ένα διεθνές σύστημα , στηριγμένο στην λειτουργία της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς και ενοποιούμενο δι’ αυτής ( π.χ. θεωρία μητρόπολης-περιφέρειας[14] παλιότερα από Σαμίρ Αμιν- Α.Γκ. φρανκ – Καρντόζο- Π.Σουήζυ- Μπάραν κλπ και αργότερα η αντίστοιχη θεωρία κοσμοσυστήματος ή διεθνούς συστήματος των Εμ. Βαλλερστάιν- Τζ. Αρρίγκι κλπ) ή ως μια ιεραρχημένη ιμπεριαλιστική αλυσσίδα, η θέση στην οποίαν καθορίζεται από τον βαθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης, κυριαρχίας των καπιταλιστικών και μονοπωλιακών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής , από παράγοντες πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος ή ως ανάμεικτες θεωρίες, οι οποίες αναφέρονται σε όψεις και του διεθνούς συστήματος αλλά και της ιμπεριαλιστικής αλυσσίδας κλπ.

    Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό από τον Ι.Β. Στάλιν ( «Ζητήματα Λενινισμού») αλλά ιδίως από τον Λέοντα Τρότσκυ ( «Η Διαρκής επανάσταση», Αθήνα 1982, εκδόσεις Αλλαγή) οδηγεί σε μια ερμηνευτική κατανόηση, κατά την οποίαν ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα καπιταλιστικής παραγωγής και κυριαρχίας σε εθνική αλλά και διεθνή κλίμακα , όπου υφίσταται στο εσωτερικό του μια άνιση συνάρθρωση και διάταξη καπιταλιστικών ( αλλά και προκαπιταλιστικών) κοινωνικών σχηματισμών, άνισων μεταξύ τους και ιεραρχημένων, υπό ηγεμονική διάρθρωση ( κάποια ή κάποιες ιμπεριαλιστικές κρατικές οντότητες κυριαρχούν/ηγεμονεύουν στο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλαίσιο) , όπου υπάρχει ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός και όπου κυριαρχεί η λεγόμενη «άνιση και συνδυασμένη» (uneven andcombined development) καπιταλιστική ανάπτυξη. Η άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη συνεπάγεται ότι κάθε κοινωνικός σχηματισμός διαφέρει από τους άλλους σχηματισμούς όχι μόνο στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και στον βαθμό κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στον βαθμό ύπαρξης ή ξεπεράσματος των προκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στην μορφή ανάπτυξης της ταξικής πάλης, στην δόμηση του κράτους εντός του κοινωνικού σχηματισμού και της πολιτικής εξουσίας γενικότερα.

    Στην πραγματικότητα, λαμβανομένων υπόψιν και των εμπειρικών δεδομένων, ο ιμπεριαλισμός είναι το στάδιο ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι όλες οι χώρες όπου κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, όπου υπάρχει συγκρότηση μονοπωλίων και τραστ, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συγχώνευση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο, ακόμη και εξαγωγή κεφαλαίου σε άλλες υποδεέστερες ή και μη υποδεέστερες στην αλυσσίδα καπιταλιστικές χώρες , είναι ιμπεριαλιστικές χώρες. Μια υπεραφθονία χρήσεων της έννοιας του ιμπεριαλισμού οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Δεν είναι κάθε μονοπωλιακή καπιταλιστική χώρα ιμπεριαλιστική, εφόσον αυτό δεν συνοδεύεται από μια μεγάλη ποιοτική συγκέντρωση όχι μόνο οικονομικής ισχύος αλλά και στρατιωτικοπολιτικής και ιδεολογικής/συμβολικής ισχύος. Ούτε ο καπιταλιστικός εδαφικός επεκτατισμός ( λ.χ. εδαφική επέκταση της Ελλάδας από το 1912 ως το 1948) ισοδυναμεί ορολογικά με τον «ιμπεριαλισμό» ως μαρξιστική έννοια. Ιδίως στην πρώτη περίοδο μετά την ίδρυση του ΚΚΕ , και λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας αλλά και λόγω μιας ορισμένης δογματικής θεωρητικής αφαίρεσης , αλλά και πρόσφατα στα πλαίσια μιας «αριστερής αναμέτρησης με τον ελληνικό εθνικισμό» , έχει υπάρξει μια πληθωρική υπερχρησιμοποίηση του όρου «ελληνικός ιμπεριαλισμός» ή «ιμπεριαλιστική Ελλάδα» , υπό τη ν έννοια της ταύτισης του παλιότερου επεκτατισμού/επέκτασης του ελληνικού κράτους με τον ιμπεριαλισμό ή της πιο πρόσφατης τάσης για εξαγωγή κεφαλαίου από την Ελλάδα στην Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική ( δεκαετία 1970) ή της ακόμη πιο πρόσφατης τάσης εξαγωγής κεφαλαίου από την Ελλάδα στις μετακομμουνιστικές Βαλκανικές χώρες γενικά και την ΠΓΔΜ ειδικότερα, ιδίως εμπορικού και τραπεζικού κεφαλαίου και λιγότερο μεταποιητικού. Αυτή η υπερχρησιμοποίηση καταλήγει σε έναν «πανιμπεριαλισμό», ο οποίος, βέβαια, όπως και ο «πανφασισμός» καταργεί και διαλύει τα όρια προσδιορισμού της έννοιας και την διαθλά παντού. Πέραν του ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται θετικά μεν από τους κυβερνώντες «αριστερούς-κεντροαριστερούς», με την παρωνυμία της «ισχυρής Ελλάδας», και αρνητικά από τους «αντιεθνικιστές αριστερούς/αναρχικούς», αλλά η οντολογική διαπίστωση είναι κατά αποτέλεσμα η ίδια : η «ισχυρή Ελλάδα» είναι κάτι σαν λίγο πιο ασθενής συνεταίρος των ΗΠΑ και της Γερμανίας και διαπραγματεύεται με αυτές τις χώρες σχεδόν σε ισότιμη βάση ( !!!).

    Το γεγονός ότι η καπιταλιστική Ελλάδα, για λόγους εσωτερικής κοινωνικής εκτόνωσης κυρίως, στάθηκε με μια όντως εθνικιστική ρητορεία κατά της ΠΓΔΜ το 1991 ή το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντική εξαγωγή κεφαλαίου στην ΠΓΔΜ δεν σημαίνει ότι η ΠΓΔΜ ή Βόρεια Μακεδονία είναι ένα… … άθυρμα έναντι της «ισχυρής Ελλάδας» ούτε ότι, ακόμη λιγότερο, η σημερινή Ελλάδα του 2019 είναι επιθετική ιμπεριαλιστική δύναμη, όπως κάποιοι ισχυρίζονται στην Αριστερά . Κατά πρώτον, η οικονομική ανισομετρία ισχύος Ελλάδας-ΠΓΔΜ δεν οδηγεί αυτόματα σε ανάλογη πολιτική και γεωπολιτική ανισομετρία ισχύος. Ιδίως, όταν οι δυαδικές σχέσεις διαμεσολαβούνται και από ένα πολύ ισχυρό ενδιαφερόμενο τρίτο. Η ανάγκη των ΗΠΑ να επεκτείνουν την αμερικανική και νατοϊκή επιρροή στα Δυτικά Βαλκάνια, εδώ και δέκα τουλάχιστο ν χρόνια προσέφερε μια καλή ευκαιρία στο πολιτικό προσωπικό της ΠΓΔΜ, στο μη ακραία εθνικό ή εθνικιστικό τμήμα του, να πετύχει μια συμφωνία ευνοϊκή υπέρ της ΠΓΔΜ με την πολύ αβέβαιη παραχώρηση του σύνθετου ονόματος και μόνο.

    Ούτε ο κύριος λόγος που συμμετέχει το ελληνικό αστικό κράτος είναι η αποκλειστική αναβάθμιση των δικών του συμφερόντων στην περιοχή σε βάρος της ΠΓΔΜ ήη ήδη Βόρειας Μακεδονίας . Ορισμένες τάσεις στην Αριστερά αναγνωρίζουν στον ελληνικό καπιταλισμό μια θέση στην σκακιέρα που δεν την έχει δει ούτε στα καλύτερά του όνειρα, τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία[15]. Το γεγονός ότι το ελληνικό κεφάλαιο ή και άλλα κεφάλαια εκμεταλλεύονται την εργατική δύναμη ή τις επιχειρηματικές δυνατότητες της ΠΓΔΜ δεν μετατρέπει την Ελλάδα αυτόματα σε ιμπεριαλιστή επικυρίαρχο στην περιοχή, κάτι που κρίνεται από όλα τα μεγέθη και χαρακτηριστικά συνολικά του ελληνικού καπιταλισμού και όχι μόνο από την σχέση ισχύος του προς την ΠΓΔΜ, παρά το πολύ πολύ σε υπεργολάβο των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Το ελληνικό αστικό κράτος κυρίως είναι όχημα των επιδιώξεων των ΗΠΑ-ΕΕ στην περιοχή. Ως όχημα αυτών των επιδιώξεων, και ως «ύαινα», σε συνθήκες καταστροφής, σαφώς αποκτά και ενισχύει τα επιχειρηματικά οφέλη του ελληνικού κεφαλαίου. Αυτή , όμως, μόνο εικονικά είναι η κύρια πλευρά. Η πραγματικά κύρια πλευρά είναι η συνεξάρτηση , κυρίως πολιτικά και γεωστρατηγικά, με άνισους όρους για κάθε πλευρά, και δευτερευόντως οικονομικά, και της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ από το πλέγμα ΗΠΑ-ΕΕ.

    Επίσης, παραπλανητική είναι και η χρήση του όρου της «Αυτοκρατορίας» ( “Empire”), όπως την πρότειναν πριν από είκοσι χρόνια περίπου οι Νέγκρι και Χαρντ στο ομώνυμο έργο τους[16]. Πέραν του ότι πρόκειται μέρει για μια επαναφορά του μάλλον λανθασμένου σχήματος του Καρλ Κάουτσκυ περί «υπεριμπεριαλισμού»[17] , περί μιας σύγκλισης ή και ενοποίησης δηλαδή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και κέντρων εξουσίας πλανητικά, το σχήμα αυτό αποδείχθηκε , επίσης, αβάσιμο. Οι αντιθέσεις μεταξύ των κλασσικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ( π.χ. παλιότερα Τριάδα ή πιο πρόσφατα ΗΠΑ-ΕΕ) ή ακόμη οι αντιθέσεις μεταξύ δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ και ανατολικού καπιταλιστικού- «ιμπεριαλιστικού» μπλοκ ( το ασταθές μπλοκ Ρωσία-Κίνα-Ιράν) αποδεικνύουν πλήρως και την συνέχιση του ρόλου των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών, την μη διάχυσή τους σε κάποια απεδαφικοποιημένη Αυτοκρατορία, και την «μη απεδαφικοποίηση» σε σημαντικό βαθμό του ιμπεριαλισμού αλλά και τον σκληρό ανταγωνισμό για καπιταλιστική κυριαρχία διεθνώς. Από πολλές απόψεις, μετά την κατάρρευση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού», και αφού τελείωσε το σύντομο διάστημα του αμερικάνικου-δυτικού μονοπολισμού, το σημερινό σύστημα είναι λιγότερο «αυτοκρατορικό» και «υπεριμπεριαλιστικό» από εκείνο της περιόδου 1945-1989, όπου όλα τα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, ανεξαρτήτως οικονομικών ανταγωνισμών, έπρεπε να συνενώνονται κατά της «σοσιαλιστικής» απειλής. Μια σημαντική , όμως, παράμετρος του έργου των Νέγκρι-Χαρντ, που αξίζει προσοχής, είναι η ενδιαφέρουσα σκέψη τους, για την λειτουργία της «Αυτοκρατορίας» ως ειρηνοποιού και διαιτητικού συστήματος, ως διεθνούς συστήματος χωροφυλακής και Δικαιοσύνης-Διαιτησίας. Όντως, αυτή η διάσταση, η οποία είναι περισσότερο ιδεολογική-απολογητική παρά υλική, είναι έντονα παρούσα στην υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Εδώ, όλο το επιτελείο του δυτικού ιμπεριαλισμού επιβάλλει σ τα «κακά παιδιά» των Βαλκανίων Ελλάδα και ΠΓΔΜ ( ήδη Βόρεια Μακεδονία) να συμφιλιωθούν, χάριν του κοινού τους συμφέροντος και τα απειλεί κιόλας ( Νίμιτς, «επικίνδυνες συνέπειες, αν δεν κυρωθεί η συνθήκη») . Αυτή είναι η αφήγηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αυτή είναι η αφήγηση των ΗΠΑ-ΕΕ, αυτή είναι, τελικά, και η αφήγηση σημαντικών τομέων της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα ( αναλυτικά και πιο παρακάτω).

    Η διαχρονική αφήγηση περί του «ειρηνοποιού» ιμπεριαλισμού συνοδεύεται από δύο πολύ ενδιαφέρουσες παραμέτρους. Η πρώτη πρόσφατη παράμετρος είναι αυτή της «καταστροφής κρατών» της μετατροπής τους σε «ζώνες» ή «περιοχές» ή «εδαφικές επικράτειες» (territories) . Λόγω της διαρκούς οικονομικής κρίσης , της ενεργειακής κρίσης αλλά και του οξυμένου ενδοκαπιταλιστικού ή πάντως γεωστρατηγικού ανταγωνισμού Δύσης-Ρωσίας, οι βασικές δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ιδίως οι ΗΠΑ , αξιοποιώντας και ενδογενείς αντιθέσεις και αρχικά γνήσιες εξεγέρσεις, όπως ήταν εν μέρει η Αραβική Άνοιξη, προχωρούν στην καταστροφή κρατικών δομών , στην διάσπαση και διαμελισμό κρατών και στην δημιουργία ζωνών αστάθειας, συμμοριοποίησης και συνεχούς στρατιωτικής «ειρήνευσης» και ελέγχου. Αυτό συνέβη με το Ιράκ μετά το 2003 ( απόσπαση ιρακινού Κουρδιστάν, αποδυνάμωση γεωπολιτικού ρόλου του Ιράκ), αυτό συνέβη με την καταστροφή και κρατική διάλυση της Λιβύης μετά το 2011, αυτό συμβαίνει εδώ και πέντε τουλάχιστον χρόνια με την Συρία και την απόπειρα κρατικής της διάλυσης , διαρκώς με το Αφγανιστάν, αυτό προχώρησε μετά το 1990 με την διάλυση της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας κλπ. Τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει , ιδίως λόγω της διεθνούς αστάθειας και έντασης των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, το μοντέλο αυτό να επεκταθεί και στα Βαλκάνια, με δεδομένη και την ένταση Αλβανών-Σέρβων , την διαχρονική ένταση Ελλάδας-Τουρκίας κλπ Πρόκειται για το φαινόμενο που ο Π. Σωτήρης παλιότερα (2000) είχε ορθώς ονομάσει «ελεγχόμενη αστάθεια» ή «ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση» κρατικών δομών. Όμως, η ισχυρή αυτή τάση της «διάλυσης κρατικών δομών» ακυρώνει και διαψεύδει το επιχείρημα περί «ειρηνοποιού ιμπεριαλισμού, διαιτητικού του ρόλου κλπ» ή πάντως βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση έντασης με αυτό το επιχείρημα.

    Από την άλλη πλευρά, υφίσταται μια δεύτερη παράμετρος που συνδέεται με το επιχείρημα του «ειρηνοποιού ιμπεριαλισμού». Πρόκειται για την λειτουργία του ιμπεριαλισμού ως γκραμσιανού ηγεμονικού υπερκρατικού και διακρατικού συστήματος, όπως κυρίως έχει υποστηριχθεί από τον Alain Joxe , τον Frank Deppe ,και ορισμένους άλλους μαρξιστές θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων[18] κατά τις δεκαετίες 1970 ως και 1990. Σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κράτη οργανώνουν ένα είδος ηγεμονικού συνασπισμού εξουσίας γύρω τους από τα κράτη που εντάσσονται στο σύστημά τους. Η «υπαγωγή» ενός κράτους σε αυτό το σύστημα επιτάσσει και την μερική ικανοποίηση των συμφερόντων αυτού του κράτους. Στον βαθμό που στο σύστημα εντάσσονται κράτη με αντίθετα κρατικά συμφέροντα, το ηγεμονικό κράτος οφείλει να διαιτητεύσει στην επίλυση αυτής της σύγκρουσης, εναρμονίζοντας τα συμφέροντα των υπηκόων-μελών. Προφανώς, εδώ συμβάλλουν και συντείνουν πολύ διαφορετικοί παράγοντες όπως ο ειδικός συσχετισμός δύναμης μεταξύ αυτών των κρατών, η ιστορικότητα της διαμάχης, η κατάσταση του συστήματος κυριαρχίας της ηγεμονικής δύναμης απέναντι σε άλλα αντίπαλα συστήματα άλλων ηγεμονικών δυνάμεων κλπ . Σε κάθε περίπτωση, όμως, και η θεωρία του ηγεμονικού συστήματος στις διεθνείς σχέσεις δεν εξαντλείται σε μια «ουδέτερη» από την πλευρά του διαιτητή λειτουργία ως δήθεν αμερόληπτου διαιτητή μεταξύ των υπηκόων-κρατών. Η κεντρική διάσταση είναι η εξυπηρέτηση των κυριαρχικών/ηγεμονικών συμφερόντων του διαιτητή και –σε συνάρτηση με αυτήν- και των συμφερόντων των υπηκόων κρατών, στον βαθμό που συντείνουν ή συγκλίνουν στα πρώτα συμφέροντα. Κατά δεύτερον, ο διαιτητής δεν ικανοποιεί μόνο τα ωμά υλικά του συμφέροντα, αλλά και αποκτά, με την έννοια του Καρλ Σμιττ στο έργο του «Νομιμότητα και νομιμοποίηση» μια ηθική και συμβολική πολιτική υπεραξία ως «ειρηνοποιός διαιτητής». Είναι αυτή ακριβώς η «πολιτική υπεραξία» που αποδίδεται στον αμερικανικό-δυτικό ιμπεριαλισμό από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από εκείνο το κομμάτι της ριζοσπαστικής Αριστεράς, το οποίο θέτοντας το βάρος αποκλειστικά στην εθνική διαμάχη ή στην «αντίκρουση του εθνικισμού» νομιμοποιεί την ιμπεριαλιστική διαιτησία και επιδιαιτησία.

    3. Οι κομμουνιστές, ο πόλεμος και η ιμπεριαλιστική καταστολή των λαϊκών κινημάτων

    3.1. Η γενική θέση

    Η γραμμή των μαρξιστών και των κομμουνιστών σε όλο τον 20ο αιώνα ήταν η αποτροπή του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου ή ακόμη και απλών ενδοκαπιταλιστικών πολέμων, στον βαθμό , βεβαίως, που για διάφορους ειδικούς ή περιστασιακούς λόγους οι πόλεμοι αυτοί δεν θεωρούνταν «δίκαιοι πόλεμοι» ή «δίκαιη υπεράσπιση της πατρίδας». Η ίδια η διάσπαση της Σοσιαλιστικής ή Β’ Διεθνούς μετά το 1917 και η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς τον Μάρτιο του 1919 στηρίχθηκε αρχικά στην σύγκρουση για το αν οι σοσιαλιστές έπρεπε να υπερασπίσουν τον δικό τους ιμπεριαλισμό ή την δική τους «αστική πατρίδα» και να αποδεχθούν την «εμφύλια ειρήνη» ( Burgfriede) στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Όπως είναι γνωστό, ο Λένιν διαχωρίσθηκε βαθιά και από τους φιλοπόλεμους σοσιαλιστές («σοσιαλπατριώτες») , που υπεράσπιζαν την συμμετοχή των χωρών τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και από εκείνους που απλώς ήθελαν την ειρήνη , τους «πασιφιστές». Ο λόγος ήταν ότι οι σοσιαλιστές , κατά τον Λένιν, ήδη από το 1915, όχι απλώς δεν έπρεπε να υποστηρίξουν τον πόλεμο , την «εθνική ενότητα» και την «υπεράσπιση της πατρίδας», αλλά, αντίθετα, έπρεπε να δαπανήσουν όλη τους την δύναμη για την ματαίωση της πολεμικής προσπάθειας και την μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο.

    Βεβαίως, για το νόημα των παραπάνω έχουν ενσκύψει, ιδίως λόγω των διαφορετικών συνθηκών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εν σχέσει με τον Πρώτο, σημαντικές διαφωνίες και αναγνώσεις του ποια είναι η μαρξιστική θέση απέναντι στον πόλεμο. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν διφυής, ιμπεριαλιστικός και ταυτόχρονα και αντιφατικά δίκαιος-αντιφασιστικός . Ακόμη, και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λένιν υποστήριζε ότι μπορεί να υπάρξουν κατ’ εξαίρεση δίκαιοι αμυντικοί πόλεμου , μέσα στην διεθνή πολεμική αναταραχή , όπως ο πόλεμος της Σερβίας κατά της Αυστρίας, του Βελγίου κατά της Γερμανίας και ιδίως ο εθνικός απελευθερωτικός πόλεμος των Ιρλανδών επαναστατών κατά της Βρετανίας. Σε καμία, όμως, περίπτωση, δεν γινόταν δεκτό ότι οι μαρξιστές σοσιαλιστές (οι μετέπειτα κομμουνιστές) θα μπορούσαν ν αδιαφορήσουν ή να μην πρωτοστατήσουν απέναντι σε μέτρα ή εξελίξεις που ενίσχυαν την προοπτική ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου ή πάντως την έφερναν πιο κοντά.

    Στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και της συνακόλουθης εισόδου της ΠΓΔΜ-Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ ( η οποία συντελείται, όσο γράφονται αυτές ο γραμμές), είναι απολύτως σαφές ότι η ενίσχυση του ΝΑΤΟ στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων αλλά και των Βαλκανίων συνολικά , αυτό που οι ειδικοί του δυτικού κόσμου ορίζουν ως «σταθερότητα και ευημερία» ( “stability and prosperity”) στα Βαλκάνια σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση βάσεων και στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια (ήδη στην ΠΓΔΜ και στο Κόσοβο υπάρχουν και λειτουργούν μεγάλες στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ) , ένταξη και των στρατιωτικών δυνάμεων της ΠΓΔΜ σε αυτό το πλαίσιο, κοινά γυμνάσια, προετοιμασία για πόλεμο με την Ρωσία, στρατιωτική, πολιτική και ψυχολογική.

    Ειδικά, το θέμα του ΝΑΤΟ, ποτέ δεν αντιμετωπίσθηκε από τους κομμουνιστές στην Ελλάδα, αλλά και από ευρύτερο αριστερό και προοδευτικό κόσμο , ως κάτι το δευτερεύον και επιφανειακό. Ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η προοπτική, ακόμη χειρότερα, της μετατροπής του παλιού ή του νέου Ψυχρού Πολέμου σε Θερμό Παγκόσμιο Πόλεμο, με την αναγκαστική εμπλοκή και πυρηνικών όπλων ακόμη. Το κομμουνιστικό κίνημα και η Αριστερά πάντοτε κινητοποιούνταν για να φύγουν οι αμερικάνικες και νατοϊκές βάσεις από την Ελλάδα, να μην εγκατασταθούν πυρηνικά όπλα του ΝΑΤΟ, να φύγει η Ελλάδα για πάντα από το ΝΑΤΟ και στρατιωτικά και πολιτικά. Πάντοτε στρέφονταν κατά της ενίσχυσης του ΝΑΤΟ σε όλη την Βαλκανική και σε όλη την Ευρώπη. Ποτέ δεν είπαν οι κομμουνιστές ούτε στην Ελλάδα ούτε πουθενά αλλού, καλώς δεν πειράζει να μείνουμε κι άλλο στο ΝΑΤΟ ή και να μπουν και οι γείτονές μας σε αυτό, αν θεωρηθεί, έστω και προσωρινά, ότι το ΝΑΤΟ ευνοεί την φιλία, την ύφεση και την συνεργασία μεταξύ των λαών. Αυτή η θέση, αν διατυπωνόταν, θα θεωρούνταν μια θέση όχι απλώς ρεβιζιονιστική αλλά και καθαρά αντικομμουνιστική- φιλοϊμπεριαλιστική. Ιδίως, σε μια χώρα όπου οι Βρετανοί, στην συνέχεια οι ΗΠΑ και γενικότερα οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις συνεισέφεραν καθοριστικά στην νίκη της άρχουσας τάξης στον Εμφύλιο Πόλεμο, στην επικράτηση του μετεμφυλιακού κράτους, στην χούντα, στην προδοσία της Κύπρου κλπ Σε μια χώρα όπου δολοφονήθηκε από όργανα του ιμπεριαλισμού ο Λαμπράκης και ο Σαράφης και όπου εκτελέστηκε το 1951 ο Νίκος Νικηφορίδης για την συμμετοχή του στο Κίνημα Ειρήνης .

    Είναι σαφές ότι η μεν κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί το «πλαίσιο ΝΑΤΟ» όχι απλώς θετικό αλλά και ειρηνοποιό, ότι «χαίρεται» πάρα πολύ που η παρέμβαση ΝΑΤΟ οδήγησε σε μια «φιλική», ειρηνική, «διεθνιστική» ουσιαστικά επίλυση της διαφοράς Ελλάδας-ΠΓΔΜ από το 1991. Για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ , η διεύρυνση του ΝΑΤΟ ( και αύριο και άλλες διευρύνσεις του ) είναι ένα εξαιρετικά θετικό πολιτικό γεγονός. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι καθαρά μια νατοϊκή-φιλοιμπεριαλιστική και ευρωατλαντική κυβέρνηση, κι αυτό και επειδή εξαρτάται πολιτικά από το ΝΑΤΟ και τους μηχανισμούς του ( όπως και από την ΕΕ) για την πολιτική αναπαραγωγή της, αλλά και επειδή η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα έχει από παλιά δεχθεί αυτό το σύστημα «ηγεμονικής οργάνωσης» και μέσα από αυτό ως διαχρονικά προσπαθεί να ικανοποιήσει και τα δικά της αυτοτελή ταξικά συμφέροντα.

    Από την άλλη πλευρά, υπήρξαν στην συγκυρία κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών δυνάμεις, κομμουνιστικές και αριστερές, οι οποίες ανεξάρτητα από την επίλυση της εθνικής διαφοράς , σωστά ή λανθασμένα, θεώρησαν ως κύριο και κεφαλαιώδες πολιτικό ζήτημα την κινητοποίηση κατά της ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την ενίσχυση της φιλοπόλεμης αυτής στρατιωτικής συμμαχίας και όχι το θέμα της ονοματολογίας. Τέτοιες δυνάμεις , παρά την συζήτηση για τον βαθμό ή την μορφή κινητοποίησης, τις δυνατότητες περαιτέρω μαζικής κινητοποίησης κλπ , την ορθή ή μη γραμμή για την εθνική διαφωνία, ήταν βασικά το ΚΚΕ και δευτερευόντως η Λαϊκή Ενότητα και ο Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός, δυνάμεις, οι οποίες , στο μέτρο των ποσοτικών κινητοποιήσεών τους, πραγματοποίησαν μαζικές κινητοποιήσεις την 24-01-2019, το βράδυ δηλαδή όπου συζητιόταν τελειωτικά η κύρωση της Συμφωνίας στην ελληνική Βουλή. Επίσης, έγιναν μαζικά συλλαλητήρια κατά της Συμφωνίας τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2018 και την 20-01-2019, εκτός του πλαισίου της Αριστεράς , και με μια σημαντική μαζική ανταπόκριση. Σε αυτά τα τελευταία, που αποτελούν διακριτή πλευρά, θα αναφερθούμε πιο κάτω.

    Αντιθέτως, έλαμψαν δια της απουσίας τους στην μαζική κινητοποίηση της 24-01 έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία δυνάμεις αριστερές όπως η Ανταρσύα ή η Δικτύωση (και το συγγενές με αυτήν Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα) και, σε κάθε περίπτωση, ο συνολικός αναρχικός χώρος. Ιδίως, εξ όσων γνωρίζουμε, στην Ανταρσύα υπήρξε και μια διαφωνία και εσωτερική ταλάντευση, η οποία οδήγησε τελικά στην μη οργάνωση μαζικής κινητοποίησης την 24-01-19, ημέρα συζήτησης της Συμφωνίας στην Βουλή, η οποία οδήγησε στην ψήφιση την επομένη 25/01/19 .

    Γιατί, όμως, αυτή η απουσία και διαφοροποίηση της Ανταρσύα; Από τα κείμενα της Ανταρσύα και τις ιστοσελίδες της προκύπτει έμμεσα ότι το κύριο μέτωπο αυτήν την περίοδο και στην Αριστερά αλλά και σε όλη την πολιτική σκηνή είναι , παράλληλα προς την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης, η ανάσχεση και καταπολέμηση του εθνικισμού. Άλλωστε, και τα περισσότερα άρθρα κριτικής της Ανταρσύα στο ΚΚΕ από αυτό το σημείο ξεκινούν : ότι το ΚΚΕ έχει ηγεμονευθεί από τον αστικό εθνικισμό και δι’ αυτού του δρόμου ενισχύει την ελληνική άρχουσα τάξη[19]. Δικαιούμαστε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι η απουσία της Ανταρσύα από την μαζική κινητοποίηση της 24-01, και παρά το γεγονός ότι η Ανταρσύα τοποθετείται όχι υπέρ της Συμφωνίας, αλλά υπέρ ενός «διεθνιστικού και αντιιμπεριαλιστικού όχι στην Συμφωνία », φραστικά τουλάχιστον, οφείλεται στον αμυντικό φόβο μη καπελλώματος ή χειραγώγησης από το εθνικιστικό ΚΚΕ και την λοιπή εθνικιστική Αριστερά. Αυτό, όμως, σημαίνει, ανεξάρτητα από την στάση προς την επίλυση της εθνικής διαφοράς και του ονόματος, ότι η Ανταρσύα ( και οι δυνάμεις ΝΑΡ, ΣΕΚ εντός του ή πάντως η πλειοψηφία της Ανταρσύα) έχουν αποδεχθεί ότι ο συνδυασμός νατοϊκή διαιτησία- ενίσχυση του ΝΑΤΟ στην περιοχή είναι ελάσσονος ή δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την εθνική διαφορά . Ή, ακόμη χειρότερα, ότι μια συμφωνία μπορεί αντικειμενικά να είναι θετική, από την άποψη της επίλυσης της εθνικής διαφοράς, ακόμη και κάτω από συνθήκες νατοϊκής επιδιαιτησίας. Βεβαίως, η πολιτική παράδοση της Ανταρσύα δεν της επιτρέπει να πει αυτό που λέει λχ η Δικτύωση , ότι δηλαδή η Συμφωνία ανοίγει θετικές δυνατότητες μεταξύ των λαών. Όμως, είναι αρκετά κατανοητό ότι αυτή η στάση της Ανταρσύα στο «μακεδονικό», έστω και λογικά συναγόμενη, συνιστά μια αρνητική «τομή» για αυτόν τον χώρο και μειώνει αντικειμενικά την αντίθεσή του στο ΝΑΤΟ και στην ευρύτερη συμπύκνωση της δυτικής ιμπεριαλιστικής ισχύος στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Όλως αντιθέτως, το ΚΚΕ, ακόμη και αν δεν έχει στην εθνική διαφορά απολύτως ορθή στάση, όπως θα εξηγήσουμε πιο κάτω, προτάσσει την αντίθεση στον ιμπεριαλισμό και το ΝΑΤΟ και , από αυτήν την άποψη, και έχει δίκιο πολιτικά , αλλά και βρίσκεται σε σχέση ιστορικής συνέχειας με τις αντιιμπεριαλιστικές παραδόσεις του, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο ζήτημα.

    Στην πραγματικότητα, η Ανταρσύα υποπίπτει και υποκύπτει σε ένα άλλο ιδεολογικό ή θεωρητικό λάθος : υπό το βάρος αντιλήψεων υπερτροτσκιστικής φύσης και εκπόρευσης ή προερχομένων από το ρεύμα του περιοδικού «Θέσεις», λυγίζει το ραβδί υπερβολικά, από την σκοπιά της μετάθεσης όλων των αντιφάσεων και συγκρούσεων, ακόμη και αυτών που αφορούν τις σχέσεις εντός της ιμπεριαλιστικής αλυσσίδας, στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι, αυτό που αρχικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε ως μια δικαιολογημένη αντίσταση στην «πανεξάρτηση» και «συνωμοσιολογία» της πρώτης Μεταπολίτευσης και άρχισε να ανιχνεύει όχι μόνο τις διεθνείς σχέσεις ή και «συνωμοσίες» αλλά και την εσωτερική καπιταλιστική δυναμική και τάσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης όπως και την εσωτερική στον σχηματισμό Ιστορία της ταξικής πάλης ( π.χ. η πρώτη περίοδος του περιοδικού «Θέσεις-αναλύσεις, κριτική, προβλήματα της πάλης των τάξεων»), κατέληξε να φτάνει στο άλλο άκρο, να διαγράφει τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και τις εθνικές εξαρτήσεις και ανισορροπίες και να προσπαθεί να αντισταθεί στον αστισμό μόνο υπό το πρίσμα της εθνικιστικής ιδεολογίας. Παρασιωπώντας, έτσι, ότι ο σημερινός αστισμός χρησιμοποιεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και το χαρτί του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού δίπλα στο χαρτί του εθνικισμού, ότι υποτάσσεται στα σχέδια του ιμπεριαλισμού στην περιοχή ( και ικανοποιεί τα δικά του σχέδια κυρίως μέσω αυτής της υποταγής) αλλά και το γεγονός ότι η τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθιστά όλο και πιο ισχυρή μέσα στην αστική ιδεολογία την διάσταση του κοσμοπολιτισμού- αστικού αντιεθνικισμού- φιλελευθερισμού – δικαιωματισμού. Δυστυχώς, οι σύντροφοι/ισσες της Ανταρσύα παρασιωπούν τελείως αυτήν την διάσταση, σαν να μην υπάρχει καν, θεωρώντας ότι ο αστισμός έχει και χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά το ακροδεξιό, φασιστικό και σωβινιστικό στοιχείο ή εκδοχή της αστικής ιδεολογίας. Άλλωστε, στην πολιτική τους δεν υπάρχει ρητά καν μέτωπο στον αστικό κοσμοπολιτισμό [20]. Συνεπώς, η αναφορά στον «πατριωτισμό» και στην «εθνική ανεξαρτησία», στο «νέο εθνικό ζήτημα», κατά την λογική των δυνάμεων της Ανταρσύα, εξυπηρετεί αποκλειστικά τον εθνικισμό και την αστική τάξη. Η έννοια «πατριωτική δύναμη» συνεπάγεται αναγκαστικά μια πολιτική δύναμη παραδομένη, υποταγμένη αντικειμενικά στον αστικό εθνικισμό. Με αυτήν την λογική, στις ακραίες της συνέπειες, ο πατριωτικός και ταξικός ταυτόχρονα αντιφασισμός του ΕΑΜ στην Κατοχή ήταν λάθος, ενώ σωστή ήταν η στάση της από τα κάτω ταξικής συμφιλίωσης και μόνο με τους «ανοιχτούς στην σοσιαλιστική προπαγάνδα » στρατιώτες των ναζί. Μήπως, η Ιστορία έχει καταδικάσει αυτήν την άποψη στην ανυπαρξία; Έτσι, ενδεικτικά, στο παραπάνω παραπεμπόμενο άρθρο του Μπ. Συριόπουλου στο «Πριν»[21], η αναφορά στον εθνικοαπελευθερωτικό ρόλο του ΕΑΜ, χωρίς να υπάρχει ρητή άρνησή του σε καμία περίπτωση , έμμεσα και δια του επίδικου επιθέτου «εθνικός» συνδέεται με την «εθνική ενότητα» και την «εθνική αστική τάξη» στην στρατηγική των σταδίων του ΚΚΕ .Όμως, αυτή η σύνδεση , η οποία επικεντρώνει στο πόσο «κακό» πράγμα είναι η αναφορά στο «εθνικό» παρασιωπά το ότι όχι μόνο η αρχική φύση του αγώνα και ως εθνικοαπελευθερωτικού δημιούργησε το μαζικό αντιστασιακό κίνημα ( όπως και στην Γιουγκοσλαβία και αλλού) αλλά και δεν ήταν καθόλου αναγκαίο ένας αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός να οδηγήσει στην εθνική ενότητα με την αστική τάξη και στην στρατηγική των στεγανών σταδίων-αυτή ήταν μια επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Τα παραδείγματα του Τίτο και του Μάο που διεξήγαγαν και ταξικό αλλά και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και που διέρρηξαν την ενότητα με την αστική τάξη οδηγώντας στην εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας και είναι χαρακτηριστικά της επαναστατικής εμπειρίας στις μη μητροπολιτικές χώρες συστηματικά παρασιωπώνται. Το δίλημμα «ή μόνο ταξικός» ή «ενότητα με την αστική τάξη» είναι πλαστό και απολύτως αντίθετο στην ιστορική πραγματικότητα του 20ου αιώνα.

    3.2. Το ΝΑΤΟ και η «ασφάλεια» των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και της προοπτικής της ανατροπής στα Βαλκάνια 





    Τέλος, τοποθετήσεις όπως αυτές της Ανταρσύα ή/και του τροτσκιστικού χώρου έχουν και ένα άλλο πρόβλημα στην εσωτερική λογική τους συνοχή. Οι δυνάμεις αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως δυνάμεις αντικαπιταλιστικές και επαναστατικές -και πολύ καλά κάνουν, έστω και ως πρόθεση. Όμως, οφείλουν να απαντήσουν, μέσω αυτής της παραδοχής, σε ένα επόμενο ερώτημα : μπορεί να πραγματοποιηθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, επαναστατική ή έστω και ρεφορμιστική μετάβαση στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό χωρίς σύγκρουση με τους παράλληλους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ; Ιδίως, στην περίπτωση της επαναστατικής ανατροπής του κεφαλαίου, όπου ελλοχεύει πάντοτε και η περίπτωση του εμφυλίου πολέμου, έστω ως ενδεχόμενο, ο στρατιωτικός μηχανισμός του ΝΑΤΟ. Τόσο στον Δεκέμβρη 1944 όσο και στον Εμφύλιο 1946-1949 όσο και στην ανατροπή του κοινοβουλευτισμού το 1967, η άρχουσα τάξη είχε την αμέριστη πολιτική και στρατιωτική συμπαράσταση του αγγλοσαξωνικού ιμπεριαλισμού, των τανκς, των αεροπλάνων και των μυδραλλιοβόλων του καθώς και των μυστικών του υπηρεσιών. Υπάρχει καμία περίπτωση, σε διαδικασίες απόπειρας κοινωνικής ανατροπής στο μέλλον, να μην έχουμε μια ανάλογη τάση και πάλι; Υπάρχει, αλλά μόνο αν η αντίληψή μας για την ανατροπή είναι απολύτως εναρμονιστική και σοσιαλδημοκρατική. Εδώ , τον Ιούλιο 2015, εκφράσθηκε μια λελογισμένη και «κοινοβουλευτικού τύπου» αντίθεση του λαού στην πολιτική της λιτότητας και των μνημονίων, και έπεσαν όλα τα κέντρα εξουσίας διεθνώς να ανατρέψουν την βούλησή του . Πιστεύει κανείς ότι ιδίως σε μια απόπειρα επαναστατικής ανατροπής του κεφαλαίου στην Ελλάδα δεν θα υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή του ιμπεριαλισμού κάποιας μορφής ; ότι το ΝΑΤΟ θα καθήσει φρόνιμα να μας «κοιτάει» να ανατρέπουμε τον καπιταλισμό στην Ελλάδα; Ότι όλων των ειδών οι βάσεις του πλέγματος ΗΠΑ-ΕΕ στην περιοχή δεν θα γίνουν ορμητήρια μιας αντεπαναστατικής πρακτικής ; Άρα, λοιπόν, η αδιαφορία για το τι κάνει το ΝΑΤΟ στην περιοχή , ανεξάρτητα μάλιστα από την έντασή του με τον ανατολικό συνασπισμό, και εφόσον δεχόμαστε ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι μόνο όργανο διεθνούς-ιμπεριαλιστικού πολέμου αλλά και εσωτερικής καταστολής των επαναστατικών λαϊκών κινημάτων , ως μια νέα Ιερά Συμμαχία, ουσιαστικά είναι αδιαφορία για την νίκη και κατοχύρωση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής στο μέλλον-και για την Ελλάδα αλλά και για την ΠΓΔΜ και για τα Βαλκάνια ολόκληρα. Είναι, όμως, αυτή μια μαρξιστική και λενινιστική θέση ; ή είναι αντικειμενικά μια δεξιά σοσιαλδημοκρατική και πασιφιστική θέση ; Κι επίσης πόσο είναι σε λογική συνοχή με την θέση ότι στα πλαίσια της ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει αντικαπιταλιστική ανατροπή και χειραφέτηση του λαού και των εργαζομένων ;

    Επιπλέον, είναι αστείο τουλάχιστον για τους μαρξιστές το ζήτημα ότι πρέπει να «σεβαστούμε» αμερόληπτα και εξωτερικά την βούληση του λαού της ΠΓΔΜ, που «θέλει» να μπει στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Όπως παρακάτω θα δούμε, το αν όντως ο λαός της ΠΓΔΜ/Βόρειας Μακεδονίας «θέλει» την ένταξη , είναι ζήτημα που χωρά πολύ νερό. Μπορεί η ελληνική Αριστερά, και μάλιστα στα χάλια που βρίσκεται, να ετεροπροσδιορίσει την βούληση ενός άλλου γειτονικού λαού για την μελλοντική του πορεία και προσανατολισμό ; Κατ’ αρχάς, όχι. Στον βαθμό που πρόκειται ο άλλος λαός να αποφασίσει για την οικονομική του πολιτική, την πολιτική των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην χώρα του, την συνταγματική του οργάνωση-πλην ζητημάτων που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών χωρών- , έχει κάθε δικαίωμα στον πολιτικό του αυτοπροσδιορισμό. Αυτό, όμως, δεν αφορά την ένταξή του στο ΝΑΤΟ, σε καμία περίπτωση. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν είναι απλώς ένα ασκούμενο «εθνικό δικαίωμα» υπό την έννοια του αυτοπροσδιορισμού. Είναι, κάτι πολύ παραπάνω. Είναι η συνδιαμόρφωση των όρων στρατιωτικής και γεωπολιτικής ισχύος στην περιοχή και ιμπεριαλιστικής ειρήνης ή /και πολέμου. Στο ζήτημα αυτό έχουν λόγο όλοι οι λαοί, οι οποίοι επηρεάζονται- αρνητικά και μόνο- από αυτήν την σοβαρή πολιτική εξέλιξη. Στην περίπτωσή μας, έχουν λόγο οι Σλαβομακεδόνες αλλά και οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι και οι Έλληνες. Πιθανότατα και οι Αλβανοί και οι Τούρκοι.

    Σκεφθείτε, με βάση την μαρξιστική θεωρία αλλά και με βάση την πραγματική Ιστορία,πώς αντιμετώπισαν οι μαρξιστές ανάλογα ζητήματα και κρίσεις στο παρελθόν. Όποτε οι πολιτικές επιλογές που σχετίζονταν με τον αυτοπροσδιορισμό ενός έθνους ή πολύ περισσότερο ενός εθνικού κράτους είχαν σημαντικές αρνητικές συνέπειες στο διεθνές εργατικό ή/και επαναστατικό κίνημα , ποτέ οι μαρξιστές, πλην κάποιων λίγων εξαιρέσεων, δεν θεώρησαν ότι έπρεπε απόλυτα και ανεξαρτήτως ειδικών συνθηκών να υπερισχύει με αφηρημένο τρόπο το αίτημα του αυτοπροσδιορισμού. Στο έργο του Λένιν «Το δικαίωμα των εθνών για την αυτοδιάθεσή τους» ( Αθήνα 1975 , εκδόσεις Ειρήνη) υποστηρίζεται ως θέση αρχών το δικαίωμα εθνικής αυτοδιάθεσης υπό δύο έννοιες α) ως δικαίωμα ισότητας μεταξύ των εθνών και β) ως δικαίωμα αυτόνομης πολιτικής συγκρότησης, η οποία μπορεί να φτάσει ως και την απόσχιση ( secession) από το κράτος όπου ώς τώρα εντασσόταν. το καταπιεσμένο έθνος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Λένιν , παρά την αντίθεση αρχών που είχε με την Ρόζα Λούξεμπουργκ στο ζήτημα αυτό , ισχυριζόταν ότι η θέση του δικαιώματος εθνικού αυτοπροσδιορισμού έπρεπε να εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και όχι απλώς να εκφέρεται με γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα ( σελ. 62 επ.). Ακόμη σαφέστερη και αρτιότερη είναι η θέση του Στάλιν στο έργο του «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα» (1913) [22] . O Στάλιν , όσον αφορά το δικαίωμα στην κρατική απόσχιση, υποστηρίζει με σαφήνεια ότι πρόκειται για ένα αναμφισβήτητο δικαίωμα μεν, αλλά η άσκησή του δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη σε κάθε περίπτωση για τους σοσιαλιστές : εξαρτάται από την γενική πολιτική κατάσταση και ιδίως από τα γενικότερα συμφέροντα του προλεταριακού επαναστατικού κινήματος. Στο κεφάλαιο ΙΙΙ ( Presentation of the Question), ο Στάλιν δέχεται ως ακραία λογική συνέπεια του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση/αυτοπροσδιορισμό ενός έθνους το δικαίωμα στην απόσχιση. Ισχυρίζεται, όμως, ότι τα συμφέροντα των εργατών σε κάθε χώρα ή και σε περισσότερες χώρες είναι το κύριο ζήτημα που καθορίζει αν το έθνος πρέπει να αποκτήσει πολιτική αυτονομία χωρίς απόσχιση ( πολιτιστικά δικαιώματα, μορφές αυτοκυβέρνησης ή αυτονομίας) ή αν πρέπει να περάσει στην απόσχιση και δημιουργία δικού του εθνικού κράτους. Για την περίπτωση της πολυεθνικής τότε Ρωσίας προτείνει ως καλύτερη λύση την «περιφερειακή αυτονομία» (θέση αντίθετη από εκείνη του Λένιν). Λογικά, αν κάποιος φτάσει να αρνηθεί τελείως το δικαίωμα ανεξάρτητης εθνικής συγκρότησης λόγω των κοινών συμφερόντων των εργατών περισσότερων εθνών που κατοικούν σε ένα πολυεθνικό κράτος, το μείζον θα περιέχει και το έλασσον : μια μορφή δηλαδή ανεξάρτητης εθνικής κρατικής συγκρότησης, η οποία εντάσσεται σε μια αντιδραστική συμμαχία κρατών, μπορεί μεν να είναι θεμιτή ως προς την ίδια την ανεξάρτητη κρατική συγκρότηση, αλλά δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να νομιμοποιεί «από αριστερά» την ένταξη του κράτους στην αντιδραστική συμμαχία από την σκοπιά του δικαιώματος του κράτους σε πολιτική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία. Σε καμία περίπτωση, οι μαρξιστές στον 20ο αιώνα δεν υπεράσπισαν και δεν θα υπεράσπιζαν το αφηρημένο «δικαίωμα» ενός λαού να εντάσσεται…. σε μια αντιδραστική και αντεπαναστατική πολιτική συμμαχία, σε μια «Ιερή Συμμαχία», όπως είναι σήμερα κατ’ εξοχήν το ΝΑΤΟ, βάσει του λενινιστικού δικαιώματος για πολιτική αυτοδιάθεση ( !!!). ..

    Θυμίζω εδώ ορισμένες «αντίθετες προς την αντιδραστική αυτοδιάθεση» ή προς την «ένταξη σε αντιδραστικές συμμαχίες» πολιτικές συμπεριφορές των μαρξιστών ή κρατών που αναφέρονταν στον μαρξισμό στην διάρκεια του 20ου αιώνα, μερικές μάλιστα υπερβολικές και ακραίες ή και απόλυτα άδικες ακόμη :
    Στρατιωτική επέμβαση στη Γεωργία των Μπολσεβίκων το 1921, ενώ στις τελευταίες εκλογές είχαν πάρει μόλις 40.000 ψήφους και οι Μενσεβίκοι είχαν πάρει 600.000 ψήφους (B. Souvarine “Stalin, a critical survey of Bolshevism” , 1935, σελ. 300-302) . Πιθανόν, η επέμβαση αυτή δεν ήταν καν πολιτικά αναγκαία και θεμιτή , επίσης, οδήγησε σε απαράδεκτα κατασταλτικά μέτρα υπό την διαχείριση του Στάλιν, για τα οποία έφριξε και ο ίδιος ο Λένιν. Οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την Γεωργία με το επιχείρημα ότι δεν έπρεπε να ενταχθεί σε μια ιμπεριαλιστική συμμαχία υπό βρετανική κυριαρχία, ότι ο Καύκασος δεν έπρεπε να πέσει στην βρετανική ιμπεριαλιστική επιρροή, στην οποίαν καταλόγιζαν και την τότε μενσεβίκικη κυβέρνηση του, εκλεγμένη κοινοβουλευτικά . Θυμίζω, κιόλας, ότι ο Τρότσκυ δεν είχε καμία απολύτως αντιπολιτευτική στάση σε αυτό το ζήτημα, αντίθετα την στήριξε ως ηγέτης του Κόκκινου Στρατού τότε. .
    -Στρατιωτική επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Ουγγαρία τον Οκτώβριο/Νοέμβριο 1956 (απολύτως άδικη κατά την γνώμη μου) στο όνομα του να μην φύγει η Ουγγαρία από το Σύμφωνο Βαρσοβίας και περάσει στο ΝΑΤΟ.
    Στρατιωτική κατάληψη της ανατολικής Πολωνίας από τον Κόκκινο Στρατό τον 9.1939 (απολύτως άδικη, κατά την γνώμη μου), για να μην «καταληφθεί από τους ναζί», με τους οποίους όμως η ΕΣΣΔ είχε ήδη «σύμφωνο μη επίθεσης». Θυμίζω ότι ο Τρότσκυ στο έργο του “In defense of Marxism” του 1940 , απαντώντας στην ομάδα Σάχτμαν εντός του τροτσκιστικού κόμματος SWP στις ΗΠΑ, έλεγε ότι τα μέσα του σταλινισμού είναι μεν βάρβαρα, αλλά η κατάληψη της Ανατολικής Πολωνίας , εν μέσω μιας διεθνούς σύγκρουσης, είχε ιστορικά προοδευτικό χαρακτήρα και .. ανέτρεπε τις φεουδαλικές και καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής στην Ανατολική Πολωνία..
    Επέμβαση του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία ( τμήμα μιας αντιδραστικής τότε πολιτικής κρατικής συμμαχίας) το καλοκαίρι του 1920 , για να σπάσει το αντεπαναστατικό στρατιωτικό μέτωπο και ,ει δυνατόν, να επεκταθεί ο γεωγραφικός χώρος του επαναστατικού στρατοπέδου. Αυτό συνέβη με την συμφωνία όλης της ηγεσίας των Μπολσεβίκων και με τον Τρότσκυ να είναι ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού και ο διοικητής των σχετικών επιχειρήσεων. Οι Πολωνοί εργάτες και αγρότες δεν συντάχθηκαν, στην πλειοψηφία τους, με τους Μπολσεβίκους, αλλά αυτό είια άλο ζήτημα.
    -Επέμβαση στο Αφγανιστάν στα τέλη του 1979 ,με το επιχείρημα ότι το Αφγανιστάν θα πέρναγε στα χέρια μιας φιλοδυτικής αντισοβιετικής κυβέρνησης, που θα συμμαχούσε με τον «εχθρό».

    Προκύπτει, λοιπόν, με σαφήνεια ότι το «δικαίωμα ένταξης στο ΝΑΤΟ» της γειτονικής μας χώρας και γενιά μιας γειτονικής χώρας σε μια αντιδραστική πολιτική συμμαχία δεν είναι καθόλου ένα αυτονόητο δικαίωμα για τους μαρξιστές, ούτε τεκμηριώνεται , κατά κανένα τρόπο, λογικά στο μαρξιστικό αίτημα για την «αυτοδιάθεση των εθνών». Είναι ένα φιλελεύθερο- φιλοϊμπεριαλιστικό πολιτικό αίτημα, ένα πολιτικά ανύπαρκτο, από την σκοπιά του σοσιαλισμού, «δικαίωμα». Ο ελληνικός λαός και εργαζόμενοι έχουν κοινό συμφέρον να παλέψουν με τον λαό και τους εργαζόμενους της ΠΓΔΜ κατά αυτής της αμοιβαία βλαπτικής ένταξης, ακόμη και αν πρόκειται, ακόμη, για ριζοσπαστικές μειοψηφίες μέσα στους δύο λαούς. Αυτό ισχύει, ανεξάρτητα από την εθνική διαφωνία και την επίλυσή της. Όπως είναι λάθος να χρησιμοποιεί κανείς αυτό το επιχείρημα για να μην λυθεί ποτέ η εθνική διαφωνία, άλλο τόσο είναι λάθος το να ακυρώνει κανείς αυτό το επιχείρημα προκειμένου να λυθεί η διαφωνία υπό κάθε περίπτωση και προϋπόθεση κι επειδή τώρα έτσι βόλεψε το ΝΑΤΟ . Πρόκειται για αντίθετα λάθη, αντίθετες στην κατεύθυνση πολιτικές παρεκκλίσεις.

    Τέλος, η τεράστια αποχή στο Δημοψήφισμα της ΠΓΔΜ αποτελεί και σημείο ελέγχου της άποψης ότι οι πολίτες της ΠΓΔΜ αναφανδόν ήθελαν ή θέλουν την ένταξη σε ΝΑΤΟ/ΕΕ. Μάλλον, το αντίθετο θα ήταν λογικό να συναχθεί ως συμπέρασμα, αν και η αποχή δεν αποδίδει ποτέ μια κοινή και ενιαία πολιτική στάση.

    4. Το ζήτημα της δημοκρατίας/λαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα και ΠΓΔΜ και η Συμφωνία των Πρεσπών

    Εξαιρετικά σημαντικό για μια Αριστερά μαρξιστικής τοποθέτησης και έμπνευσης είναι το ζήτημα της ακραία αντιδημοκρατικής επιβολής του ΝΑΤΟ και των κυβερνήσεών τους πάνω στον ελληνικό και τον σλαβομακεδονικό λαό, για να υποκύψουν και να αποδεχθούν, ουσιαστικά δια της βίας, την Συμφωνία των Πρεσπών. Ακραίας αντιδημοκρατικής επιβολής, που από ορισμένα τμήματα της «αντιεθνικιστικής Αριστεράς» στην χώρα μας όχι μόνο δεν υπέστη ριζική κριτική, αλλά ουσιαστικά… καταχειροκροτήθηκε και χαιρετίστηκε , ως αναγκαίο μέσο για την υπέρβαση των εθνικισμών και εθνικιστών και στις δύο χώρες. Πράγμα που καταδεικνύει την απολύτως σχετική αξία των διακηρύξεων αυτών των συλλογικοτήτων για την «πλήρη δημοκρατία», την «εργατική δημοκρατία», τον σεβασμό της γνώμης του λαού κλπ

    Ας δούμε ορισμένες από τις αντιδημοκρατικές αυτές μεθοδεύσεις, τις οποίες καθοδήγησε η στυγνή πρόσφατη αμερικάνικη ιμπεριαλιστική επέμβαση κατά των δύο γειτονικών χωρών και των λαών τους :
    Σύναψη της Συμφωνίας την Τρίτη 12- 06-2018, απροειδοποίητα, ξαφνικά, και με τρόπο που προκατέλαβε και χειραγώγησε την βούληση των δύο λαών, χωρίς μια περίοδο πολιτικής και διπλωματικής προετοιμασίας και διαβούλευσης.
    Ένταξη στην Συμφωνία όρου /προϋπόθεσης δημοψηφίσματος στην ΠΓΔΜ για την έγκριση της Συμφωνίας αλλά όχι και αντίστοιχου δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, παρά το ότι και η ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά και η διάσταση της ίδιας της εθνικής διαφοράς αφορά σαφώς και τον ελληνικό λαό και έχει εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις και σε αυτόν τον ίδιο. Πρόβλεψη, επίσης, ορισμένων συνταγματικών αναθεωρήσεων στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ , προς την κατεύθυνση άμβλυνσης αλυτρωτικών τοποθετήσεων σε αυτό, όπως ιστορικά είχε υποστηρίξει η ελληνική πλευρά.
    -Πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος στην ΠΓΔΜ την 01-10-2018, και μάλιστα με ερώτημα που απέκλειε ουσιαστικά την ένταξη σε ΝΑΤΟ/ΕΕ στην περίπτωση μη έγκρισης της Συμφωνίας .
    – Συμμετοχή στο Δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ (ήδη Βόρεια Μακεδονία) της 01-10-2018, 666.743 πολιτών, που αντιστοιχούσε στο 36, 91 % του εγγεγραμμένου εκλογικού σώματος. Δηλαδή αποχή του 63 % του εγγεγραμμένου εκλογικού σώματος. Ακόμη κι αν η αποχή δεν μπορεί να θεωρηθεί άρνηση, πάντως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί θετική στάση ή έγκριση. Προκύπτει, λοιπόν, ότι το 63 % του εκλογικού σώματος τουλάχιστον δεν ενέκρινε την Συμφωνία. Το Δημοψήφισμα ήταν ένας κόλαφος για την Συμφωνία, αλλά αυτό δεν εμπόδισε καθόλου να συνεχιστεί η διαδικασία, σαν μην έτρεχε τίποτε. Σε αυτό το 37 % της συμμετοχής το «ναι» έλαβε 91 % , δηλαδή περίπου 33 % επί του εκλογικού σώματος. Σύμφωνα με την ίδια την νομοθεσία της ΠΓΔΜ, το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεσμευτικό, καθώς υπολειπόταν η συμμετοχή του 50 % του εκλογικού σώματος. Πρα’όλα αυτά, θεωρήθηκε δεσμευτικό υπέρ της Συμφωνίας.
    Έγκριση της Συμφωνίας από το κοινοβούλιο της ΠΓΔΜ την 20-10-2018, και εγκαινίαση –έγκριση διαδικασίας συνταγματικών μεταρρυθμίσεων στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ, σύμφωνα με την Συμφωνία, Η Συμφωνία πέρασε οριακά με 80 ψήφους ( απαιτούνταν 80 ψήφοι έναντι 120 βουλευτών συνολικά, δηλαδή τα 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών) και μέσα από καταγγελίες για εξαγορά από το κυβερνητικό κόμμα του Ζοραν Ζάεφ βουλευτών του αντιπολιτευτικού και εθνικιστικού κόμματος VMRO, το οποίο αντιδρά στην αλλαγή της ονομασίας σε Βόρεια Μακεδονία από «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και σε άλλα σημεία της Συμφωνίας. Ακόμη και κατάδικοι βουλευτές της αντιπολίτευσης ( VMRO) αποφυλακίσθηκαν εκβιαστικά, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλειοψηφία των 80 εδρών. Η διαδικασία αυτή υπήρξε παρωδία κοινοβουλευτικής διαδικασίας, σύμφωνα με σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης της ΠΓΔΜ.
    Έγκριση των βασικών συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, που ζητούσε η Αθήνα, στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ την 12-01-2019, πάλι οριακά ( με 81 βουλευτές αυτήν την φορά).
    Δηλώσεις του ειδικού διαπραγματευτή των ΗΠΑ στη συμφωνία, ο οποίος και την συνυπογράφει, κ. Μάθιου Νίμιτς ότι η μη έγκριση της Συμφωνίας από την ελληνική Βουλή θα οδηγήσει σε «επικίνδυνες» πολιτικές συνέπειες. Κοινώς, στυγνός πολιτικός εκβιασμός.
    Οριακή έγκριση της Συμφωνίας την 24 και 25/01/2019 από την ελληνική Βουλή με 153 βουλευτές ( απαιτούνταν κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Σ και τον Κανονισμό της Βουλής η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών- για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης- όμως, δεν θα μπορούσε αυτή η πλειοψηφία να είναι μικρότερη από 151 βουλευτές) .Η έγκριση αυτή προκάλεσε μια τεράστια κρίση διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα το κόμμα των ΑΝΕΛΛ να κονιορτοποιείται και ουσιαστικά να διαλύεται, παύοντας να είναι και κυβερνητικός εταίρος , το ίδιο και «Το Ποτάμι», το ΚΙΝΑΛ να πιέζεται πολύ έντονα και να αιμορραγεί και αυτό ( λόγω της ΔΗΜΑΡ) και ουσιαστικά α κυριαρχεί μια κατάσταση νοσηρού κοινοβουλευτισμού και ακραίας κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης , απουσίας πολιτικής ηθικής, αποστασιών του τύπου του καλοκαιριού του 1965 και ακραίας, επίσης, ηθικής σήψης και πολιτικής παρακμής. Η έγκριση των Πρεσπών , την 25/01/2019, έδωσε ένα τελειωτικό χτύπημα στον ήδη παρηκμασμένο και νοσηρό κοινοβουλευτισμό της οκταετούς εποχής των Μνημονίων. Βεβαίως, για κάποιους «υπερεπαναστάτες» η πλήρης εξευτέλιση του αστικού κοινοβουλευτισμού βιώνεται ως … περίπου ένα βήμα προς την κοινωνική ανατροπή, ενώ , στην πραγματικότητα, είναι ένα βήμα προς την ιδεολογική ενίσχυση και νομιμοποίηση της Ακροδεξιάς στην χώρα.

    Και μόνο για τους παραπάνω λόγους, την παροιμιώδη κατάλυση των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ, η οποία δεν οδηγεί σε μια αριστερή ριζοσπαστικοποίηση αλλά κυρίως σε μια «δεξιά» απολιτικοποίηση και δομική πια αποχή από την δημόσια ζωή ή και , πιθανόν, σε μια «δεξιά» ριζοσπαστικοποίηση , η μαρξιστική Αριστερά θα έπρεπε να είναι κατά της Συμφωνίας και να κινητοποιεί τον κόσμο της σε μαζική κλίμακα. Ειρήνη, αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και κατάδειξη του ρόλου του, Δημοκρατία , συναδέλφωση των λαών των Βαλκανίων, θα έπρεπε να είναι τα κεντρικά της συνθήματα και αιτήματα πολιτικής δράσης. Χωρίς καθόλου να είναι προαπαιτούμενη η συμμετοχή στα εθνικά- εθνικιστικά συλλαλητήρια, αλλά και χωρίς μια στεγανή περιχαράκωση προς το λαϊκό στοιχείο, που συμμετείχε σε αυτά ( για αυτά πιο κάτω). Αυτά τα αναγκαία βήματα έκαναν, με τρόπο όχι απολύτως ικανοποιητικό , το ΚΚΕ, η ΛΑΕ και ορισμένοι κύκλοι αγωνιστών, όπως ο κύκλος ΚΟΕ-Δρόμος της Αριστεράς ή από ριζικά άλλην κατεύθυνση ο Πανελλήνιος Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός . Δεν τα έκανε , με άποψη, η Ανταρσύα και οι δυνάμεις που την συναποτελούν, ή έστω η πλειοψηφία τους, όπως και άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εκτός της Ανταρσύα (ΟΚΔΕ, ΕΕΚ κα). Ο δε αναρχικός χώρος, παρά τις σοβαρές αντιθέσεις του δεν μπήκε καθόλου σε αυτήν την συζήτηση, καθώς θεωρεί το ζήτημα του «έθνους» και της «δημοκρατίας» απολύτως εχθρικά και ως όπλα των αντιπάλων του και μόνο, ενώ στο θέμα του αντιιμπεριαλισμού μόλις πρόσφατα ένα τμήμα του έχει αρχίσει μια περιορισμένη θετική πολιτική στροφή ( Ρουβίκωνας, Ταξική Αντεπίθεση), καθώς για άλλα, ουσιαστικά φιλοϊμπεριαλιστικά , τμήματά του (λ.χ. Αντίφα ομάδες) , ο αντιιμπεριαλισμός είναι απολύτως … το αριστερό ξέπλυμα ή νομιμοποίηση του εθνικισμού/πατριωτισμού/φασισμού. . Επίσης, ο χώρος του ΚΚΕ κινητοποιήθηκε μαζικά την 24-01-19 , και με παλμό, αναφέρθηκε στο θέμα του αντιιμπεριαλισμού, της ειρήνης, της εθνικής διαφοράς, της αλληλεγγύης των λαών, και του ΝΑΤΟ αλλά δεν αναφέρθηκε επαρκώς στο θέμα της αντιδημοκρατικής μισοεκτροπής, που χαρακτήρισε την μεθόδευση σε βάρος και των δύο λαών. Αντιθέτως, η ΛΑΕ , ιδίως μέσα από την ιστοσελίδα Iskra, έδωσε μεγάλο βάρος και στην διάσταση αυτήν, και πολύ καλά έκανε.

    Προκύπτει, λοιπόν, ότι η διαδικασία έγκρισης της Συμφωνίας των Πρεσπών στις δύο συμβαλλόμενες χώρες υπήρξε ένα πολιτικό αντιδημοκρατικό πραξικόπημα. Και, όμως, αυτό δεν έγινε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, όπως και δεν έγινε- πλην του κοινού των συλλαλητηρίων- το ζήτημα του δημοψηφίσματος για την Συμφωνία .

    Το ζήτημα του δημοψηφίσματος έγινε σημαία του αντιστεκόμενου στην Συμφωνία «πατριωτικού χώρου», χωρίς ένα σαφέστερο πολιτικό ή ταξικό πρόσημο στο εσωτερικό του. Σίγουρα, ενισχύθηκε μέσα σε αυτόν τον χώρο, εκτός των δημοκρατικών πτερύγων του, και μια πτέρυγα ακραία εθνικιστική, δεξιά ή και ακροδεξιά, αυτή που θα ονομάζαμε «μακεδονομαχική». Όμως, παρά την πολύ προβληματική αυτήν διάσταση, που οφείλεται, εν πολλοίς, στην αδράνεια και παράλυση της μαρξιστικής Αριστεράς και στο θέμα ειρήνη-ΝΑΤΟ –εθνική ανεξαρτησία και στο θέμα «δημοκρατία», το αίτημα του δημοψηφίσματος ήταν και είναι πολιτικά νόμιμο και θεμιτό. Γιατί συμβαίνει αυτό;

    Κατά πρώτον, συμβαίνει λόγω της πολιτικής ισοδυναμίας των δύο λαών. Ο πρώτος λαός σωστά ερωτάται ( παρά το ότι η βούλησή του παρακάμφθηκε βίαια, τελικά), αφού αλλάζει το όνομα του κράτους του, το Σύνταγμά του και η διεθνής θέση και προσδιορισμός του κράτους του. Ο δεύτερος θα έπρεπε να ερωτηθεί γιατί η έγκριση της Συμφωνίας συνεπάγεται μια διαφορετική πια πρόσληψη της δικής του «μακεδονικότητας», η οποία μεν προσδιορίζεται σαφέστερα στο τι διαφέρει από την σλαβομακεδονική ( άρθρο 7 της Συμφωνίας) αλλά δεν παύει να είναι μια περιφερειακή μακεδονικότητα απέναντι σε μια εθνική κρατική μακεδονικότητα. Ουσιαστικά, για ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού λαού αλλάζει η ετεροπρόσληψή του και συνεπώς, με όρους «φαντασιακής ένταξης» αλλάζει και η δική του αυτοπρόσληψη, με αποτέλεσμα μια διαφορετική «κατασκευή» τα εθνικής ταυτότητας ( αν υποθέταμε ότι η «εθνική κατασκευή» ισχύει, πράγμα που δεν είναι καθόλου δεδομένο) .

    -Δεύτερον, συμβαίνει, διότι η πολιτικοστρατιωτική συμμαχία της Δύσης, όπου εντάσσεται και η Ελλάδα , ενισχύεται και μπορεί να αποτελέσει κριό και εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών εξελίξεων. Το αν αυτό θα συμβεί ή μπορεί να συμβεί είναι βασικό πολιτικό ζήτημα αλλά και «εθνικό θέμα» καρά την έννοια του άρθρου 44 του Συντάγματος.

    Τρίτον, είναι απολύτως παράλογο να «κλείνει» μ ια σημαντική εθνική και κρατική διαφορά και σύγκρουση τουλάχιστον τριών δεκαετιών και στην πραγματικότητα επτά δεκαετιών με γειτονικό κράτος, χωρίς την σύμφωνη γνώμη ενός λαού, που οι συνέπειες αυτού του κλεισίματος θα τον επηρεάσουν, ενδεχομένως και σοβαρά. Αυτή η αντιδημοκρατική λογική είναι και τεχνοκρατική/αριστοκρατική συνάμα, καθώς θεωρεί ότι ο απλός λαός δεν ξέρει να ψηφίζει σωστά, να κρίνει σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής κλπ. Κατά τα λοιπά, πολλοί από αυτούς που τα ισχυρίζονται αυτά ομνύουν στην αντιεξουσιαστικότητα, στον Λένιν του «Κράτος και επανάσταση» που μιλούσε για την γενικευμένη αυτοδιεύθυνση ( ασχέτως, αν την εννοούσε πραγματικά) κλπ. Έπεα πτερόεντα. Η μαχητική απόρριψη της ιδέας για δημοψήφισμα για το «μακεδονικό» είναι μια αριστερή ή κεντροαριστερή ή ακροκεντρώα αντιδημοκρατική αντίληψη. Επίσης, είναι μια ανασφαλής πολιτική αντίληψη, καθώς ξέρουν οι φορείς της πολύ καλά, ότι η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος θα οδηγούσε σε απόρριψη της Συμφωνίας των Πρεσπών με πολύ μεγάλα ποσοστά. Αν αυτό θα ενίσχυε την Δεξιά ή την Ακροδεξιά , θα οφειλόταν στην στάση και διαχείριση των ίδιων των υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων και όχι στο ίδιο το γεγονός της διεξαγωγής η στο αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος.

    5. Υποτίμηση του ζητήματος της Συμφωνίας και αριστερός «οικονομισμός»

    Έχουμε γράψει και αλλού ότι η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών συνιστά μείζον πολιτικό γεγονός στην Ελλάδα , αρνητικής σημασίας, και μάλιστα σχετικά ανεξάρτητα από την εθνική διαφορά ή το εθνικό ζήτημα ή τον εθνικισμό/αντιεθνικισμό κλπ . Είναι μια Συμφωνία που ενισχύει τον ιμπεριαλισμό και την προοπτική του πολέμου στην περιοχή μας. Είναι αδιανόητο δυνάμεις του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, με σημαντική παράδοση αγώνων και αντιμπεριαλιστικής πάλης (Γιουγκοσλαβία 1999, Ιράκ 2003, Βενεζουέλα τώρα κλπ) να υποτιμούν το ζήτημα και να απέχουν από οιασδήποτε κινητοποίηση για αυτό , όπως ιδίως συνέβη την ημέρα κύρωσης της Συμφωνίας ( 24-01-19) αλλά και το προηγούμενο και επόμενο διάστημα. Ούτε, βεβαίως, καλύφθηκε η ανάγκη αυτή από τις αντισυγκεντρώσεις κατά των εθνικών-εθνικιστικών συλλαλητηρίων. Ακόμη κι αν πάρουμε την εκδοχή ότι αυτά ήταν απολύτως εθνικιστικά, δεξιά, ακροδεξιά, απαράδεκτα κλπ η πάλη εναντίον τους θα απαντούσε στο μέτωπο του αντιεθνικισμού/αντιφασισμού και δεν θα απαντούσε στο μέτωπο της απόκρουσης της Συμφωνίας και του αντιμπεριαλισμού. Δεν πρόκειται για το ίδιο πολιτικό καθήκον, ακόμη και αν είχαμε ακριβώς την ίδια αντίληψη για το διεθνιστικό/ αντιεθνικιστικό καθήκον.

    Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις που τήρησαν αυτήν την στάση, και παρακάτω είπαν «τέλειωσε κι αυτό, τώρα ξαναγυρίζουμε στις απεργίες , καθημερινούς αγώνες, αντιφασιστικές πρωτοβουλίες στην ομαλότητα κλπ και το αφήνουμε αυτό το βλαβερό θέμα πίσω μας» , υπέπεσαν σε όσα αναφέρει ο Λένιν στο έργο του «Τι να κάνουμε» για τον χειροτεχνισμό-οικονομισμό. Είναι η λογική να τελειώνουμε από αυτό το παράδοξο και κουραστικό ζήτημα και να γυρίσουμε στις απεργίες, κινητοποιήσεις, αντιφασιστικές δράσεις κλπ .Η θέση αυτή είναι κάθε άλλο παρά μαρξιστική και λενινιστική.

    Συγκεκριμένα, δηλαδή[23], κατά τον Λένιν, η μαρξιστική πολιτική δεν περιορίζεται ή εξαντλείται στους καθημερινούς οικονομικούς αγώνες , όσο σημαντικοί είναι αυτοί. Όταν ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα στην πολιτική ταξική πάλη, η μαρξιστική πολιτική οργάνωση επικεντρώνεται σε αυτά, ανεβάζει το επίπεδο της ταξικής πάλης και της ταξικής συνείδησης ως την βαθμίδα της πολιτικής ταξικής πάλης. Όταν ζητήματα που άπτονται κεντρικά της ταξικής πολιτικής πάλης, εγκαταλείπονται ή έστω παραμελούνται από την μαρξιστική οργάνωση, τότε η πολιτική της δεν είναι μαρξιστική ή κομμουνιστική αλά χειροτεχνική και οικονομίστικη Δεν είναι μια πολιτική πρωτοπόρα ( όσο και αν μπορεί ή και πρέπει κανείς να ασκήσει κριτική στην έννοια της «πρωτοπορίας» στον Λένιν) αλλά ουραγός των πολιτικών εξελίξεων, και, άρα, ανίκανη να παίξει έναν ηγετικό πολιτικό ρόλο.

    Όσο και να αναστοχαστεί κανείς ξανά τις θέσεις του Λένιν για τον «οικονομισμό» ή τον «χειροτεχνισμό» ή να τις διορθώσει υπό το φως της σύγχρονης πραγματικότητας, αυτές έρχονται και δένουν με την στάση εκείνων των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς που έκριναν ότι η μαζική κινητοποίηση κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι ένα δευτερεύον ή και ανύπαρκτο πολιτικό καθήκον ή και ευνοϊκό, ακόμη, για την «ενδυνάμωση του εθνικισμού» .

    6. Το ζήτημα της « μακεδονικής» εθνικής διαφοράς μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ




    6.1. Εισαγωγή στην σύγχρονη φάση της διαφοράς (1991-2019)

    Στην μινιμαλιστική της εκδοχή, η διαφορά ΠΓΔΜ και Ελλάδας είναι μια διαφορά για την χρήση του όρου «Μακεδονία» , η οποία ξεκινά το 1991 και φτάνει στο σήμερα , διαρκεί δηλαδή 28 χρόνια. Τα ζητήματα προσδιορισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως ομόσπονδου κρατιδίου της Γιουγκοσλαβίας αποτελούν τελείως άλλο κεφάλαιο, και δεν μπορούν από μόνα τους να θεμελιώσουν επιχείρημα υπέρ της ονομασίας του κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους που προκύπτει από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991.Ουσιαστικά, το ζήτημα πρωτοτίθεται τον 12.1991, όταν η Ελλάδα καλείται να συνυπογράψει ως κράτος-μέλος της ΕΟΚ την διάλυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και την αναγνώριση επιμέρους κρατών που προκύπτουν από αυτήν την διάλυση, μεταξύ των οποίων και η ΠΓΔΜ[24]. Τότε, (16-12-1991) πρωτοτίθεται από το ελληνικό κράτος (κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, υπουργία Α. Σαμαρά) ζήτημα όσον αφορά το όνομα της ΠΓΔΜ και όσον αφορά το τότε τεθέν Σύνταγμά της, με τον ισχυρισμό ότι τα στοιχεία αυτά του τότε ιδρυόμενου ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους δημιουργούν αλυτρωτικό ζήτημα σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας, και, άρα , του ελληνικού κράτους γενικότερα και μπορούν να οδηγήσουν σε μια διακύβευση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας .

    Ακολουθεί ένα μακρό διπλωματικό και διεθνοπολιτικό παρασκήνιο μεταξύ Ελλάδας, ΠΓΔΜ και ΕΟΚ μέσα από την συγκρότηση διεθνών επιτροπών και πρωτοβουλιών για την επίλυση του ζητήματος ( Επιτροπή Μπατιντέρ, πακέττο Πινέϊρο , κλπ) αλλά και με εσωτερικές κρίσεις στην Ελλάδα ( π.χ. αποπομπή Σαμαρά από κυβέρνηση Μητσοτάκη ) όσον αφορά την ακολουθητέα γραμμή[25]. Ενώ στην αρχή το σύνολο των κομματικών γραμμών ( Συμβούλια Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ) τάσσεται κατά της χρήσης του όρου «Μακεδονία» από το νεοσυσταθέν γειτονικό κράτος υπό οιανδήποτε μορφή (ούτε σύνθετη ή παράγωγη ονομασία), στην συνέχεια ήδη ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αρχίζει να προσανατολίζεται προς την λύση της διπλής ονομασίας , δηλαδή μιας λύσης με σύνθετη ονομασία για την ΠΓΔΜ στις διεθνείς της σχέσεις ( Μακεδονία μαζί με κάποιον επιθετικό προσδιορισμό) και μιας ονομασίας , κατά βούληση της ΠΓΔΜ, για τις εσωτερικές της σχέσεις. Τον Απρίλιο του 1993 , η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 817 /1993 για την χρήση του ονόματος ΠΓΔΜ ως προς το γειτονικό κράτος ωσότου υπάρξει οριστική επίλυση της διαφοράς. Ήδη, τον 5.1993, η επιτροπή Βανς-Όουεν προτείνει την σύνθετη ονομασία Νέα Μακεδονία ( Nova Macedonia), η οποία δεν γίνεται δεκτή[26].

    Ταυτόχρονα, δημιουργείται σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης μια πολεμική διάθεση κατά του «ψευτοκράτους των Σκοπίων» με αποτέλεσμα τα γνωστά «πάνδημα» συλλαλητήρια του 1992, πλην του ΚΚΕ. Δημιουργείται, υποκινείται, απελευθερώνεται ; Είναι μια μεγάλη συζήτηση. Είναι αναμφισβήτητο, κατά την γνώμη μας, ότι υπήρξε μια προσπάθεια να διοχετευθεί από τη ν πλευρά των κρατικών μηχανισμών η κοινωνική και ταξική διαμαρτυρία κατά της νεοφιλελεύθερης πολιτικής Μητσοτάκη προς την κατεύθυνση ενός «αρραγούς εθνικού μετώπου». Επίσης, τα συλλαλητήρια του 1992, ακόμη και υπό την (σωστή) παραδοχή ότι η εμφάνιση ενός κυρίαρχου κράτους με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» συνιστούσε όντως σοβαρό πρόβλημα για την Ελλάδα, ιδίως λαμβανομένης υπόψιν και της αρχικής παράλογης εθνικής αφήγησης της ΠΓΔΜ το 1991, κατά την οποίαν οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν εθνική συνέχεια των αρχαίων Μακεδόνων κλπ, είχαν σαφώς μια εθνικιστική ιδεολογική ηγεμονία, φτάνοντας μέχρι και σε πολύ ακραίες απόψεις όπως η διάλυση του «ψευδοκράτους» , η διαμοίρασή του με την Γιουγκοσλαβία(« σύνορα με την Σερβία») , η υβριστική στάση κατά του γειτονικού κράτους και του λαού του ως «γυφτοσκοπιανών» κλπ. Επίσης, στην συγκυρία του 1992 , δεν ήταν ακόμη διασαφηνισμένη η πολιτική του αμερικάνικου παράγοντα την περιοχή ούτε και είχε εκδιπλωθεί η ιμπεριαλιστική στρατηγική της «ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης» σε όλες της τις διαστάσεις. Αξίζει, ακόμη να σημειωθεί η ανάπτυξη μιας ισχυρής κρατικής κατασταλτικής δράσης στην περίοδο 1991-1995 κατά όσων διαφωνούσαν με την «εθνική γραμμή» είτε από αριστερές οργανώσεις και συλλογικότητες είτε από την σκοπιά οργανώσεων των μειονοτικών Σλαβόφωνων ( π.χ. ΟΑΚΚΕ, Ουράνιο Τόξο, μέλη αριστερών συλλογικοτήτων ) , και μάλιστα με επίκληση διατάξεων του ΠΚ ψυχροπολεμικής έμπνευσης ( πρόκληση σε αμοιβαία διχόνοια, διέγερση παθών κλπ).

    Ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται μετά την αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα την 10.10.1993, αρχίζει μια διαδικασία αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από άλλα κράτη είτε με τον όρο ΠΓΔΜ είτε με το συνταγματικό της όνομα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (Ρωσία το 1994). Στις 16-2-1994, η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου ξεκινά οικονομικό εμπάργκο κατά της ΠΓΔΜ και οι σχέσεις οξύνονται. Ακολουθεί ένας διπλωματικός πόλεμος, ο οποίος λήγει με την Ενδιάμεση Συμφωνία της Νέας Υόρκης τον Σεπτέμβριο 1995 υπό την αιγίδα των Σάυρους Βανς και Μάθιου Νίμιτς. Εδώ, για πρώτη φορά αναγνωρίζεται και από τις δύο πλευρές η ύπαρξη μιας μεταβατικής περιόδου με προσωρινό όνομα και τελικά η επίλυση του ζητήματος του ονόματος της ΠΓΔΜ με κοινή συναίνεση, μετά από διαπραγμάτευση[27].

    Κατά την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, η ΠΓΔΜ προβαίνει σε ερμηνεία των συνταγματικών της διατάξεων (αρ. 3, 49 και προοίμιο) σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν αλυτρωτικές διαθέσεις, διακηρύσσεται το απαραβίαστο συνόρων, μη παρέμβαση στα εσωτερικά του άλλου κράτους, μη χρησιμοποίηση συμβόλων ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς του άλλου συμβαλλόμενου μέρους (αρ. 6 και 7 Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Στο πλαίσιο αυτό καταργείται και η σημαία του Ήλιου της Βεργίνας ως σημαία της ΠΓΔΜ[28]. Επίσης, η Ελλάδα αποδέχθηκε με αυτήν την μη εμπλοκή της σε περίπτωση ένταξης της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς υπό την επιφύλαξη να μην θελήσει να εισέλθει με άλλο όνομα πλην του «ΠΓΔΜ», του προσωρινού ονόματος δηλαδή της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του1 993. Τέλος, το εμπάργκο λύθηκε[29]. Επρόκειτο για μια καθαρά προσωρινή , μεταβατική ρύθμιση, όχι για επίλυση διμερή.

    Στην δεκαετία του 2000, ανακινείται το ζήτημα επί των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή με τις προτάσεις Μάθιου Νίμιτς για διπλή ονομασία , οι οποίες δεν καταλήγουν σε λύση. Το 2008 , ενόψει της Συνόδου των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, ο Νίμιτς προτείνει την χρήση του «Δημοκρατία της Μακεδονίας» για τις εσωτερικές σχέσεις της χώρας και για τις σχέσεις της με τρίτες χώρες, ενώ προτείνει πέντε διαφορετικές παραλλαγές της σύνθετης ονομασίας για την ονομασία της χώρας στον ΟΗΕ και στην σχέση της ειδικά με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση Καραμανλή θέτει ζήτημα βέτο τον 4.2008 για την περίπτωση όπου η γειτονική χώρα θα κληθεί να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, εφόσον δεν έχει επιλυθεί το όνομα της γειτονικής χώρας με σύνθετη ονομασία και γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από το «Μακεδονία», και η οποία σύνθετη ονομασία θα ισχύει erga omnes[30].

    Σημαντικό στοιχείο της νέας εισαγωγής του «μακεδονικού» στην ελληνική πολιτική συγκυρία το 2018 είναι η εσπευσμένη και βιαστική του προώθηση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ , προφανώς κάτω από την πίεση των δυτικών ιμπεριαλιστικών κέντρων , ιδίως του ΝΑΤΟ. Απέναντι σε αυτήν την επίσπευση, υπήρξε μια πολύ μαζική κινητοποίηση μέσα από τα μαζικά λεγόμενα εθνικά- εθνικιστικά συλλαλητήρια κατά της Συμφωνίας (Θεσσαλονίκη 22-01-2018, Αθήνα 04-02-2018) , με την γνωστή πολεμική για τον ρόλο του Μίκη Θεοδωράκη, για το αν ήταν αποκλειστικά εθνικιστικά ή και πατριωτικά και για το τι έπρεπε να κάνει η Αριστερά απέναντι σε αυτά κλπ. Στην διοργάνωση των συλλαλητηρίων αυτών έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι Παμμακεδονικές οργανώσεις της ελληνικής ομογένειας και άλλες επιμέρους οργανώσεις. Από την πρώτη στιγμή, ουσιαστικά, η κυβέρνηση απάντησε σε αυτήν την μαζική κινητοποίηση με το δίλημμα «με την επίλυση του προβλήματος ή με την εθνικιστική Ακροδεξιά». Ουσιαστικά, έτσι προσπάθησε να αποτρέψει την ανάδυση ενός τρίτου πόλου απόψεων, πέραν της άποψης «Η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική» και της άποψης της Συμφωνίας, και να ελέγξει την δημόσια συζήτηση. Επίσης, να σιγουρέψει ότι η ανάδυση του λαϊκού παράγοντα θα κινούνταν προς μια κατεύθυνση είτε χωρίς σαφές ανεξάρτητο πολιτικό στίγμα είτε στα όρια του χώρου Δεξιά-Ακροδεξιά, πράγμα που θα την έκανε ευάλωτη και προσβλητή. Σε αυτό βοηθήθηκε και από την ανάδειξη στα αριστερά της πρακτικών που είτε αποδέχονταν το δίλημμα φασισμός/αντιφασισμός ως κεντρικό της συγκυρίας του «μακεδονικού» και ιεραρχούσαν μια πρακτική ανάσχεσης των «συλλαλητηρίων», ή που κρατούσαν αρχικά ένα πολύ χαμηλό προφίλ ( εν μέρει και το ΚΚΕ).

    6.2. Ορισμένα ζητήματα του Συντάγματος της ΠΓΔΜ πριν από την Συμφωνία

    Προτού πάμε στο ζήτημα της ιστορικότητας της «μακεδονικής ταυτότητας» και της προβληματικής του ονόματος ως « εθνικής ταυτότητας» και ως οχήματος στις διεθνείς σχέσεις, οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένα ζητήματα, που έχουν ήδη διατυπωθεί από πολλούς, και αφορούν όψεις εθνικισμού ή οριακά και αλυτρωτισμού στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ πριν από την Συμφωνία των Πρεσπών.

    Είναι γνωστό ότι το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ στο Προοίμιό του αναφέρεται στην Antifascist Assembly of the People’s Liberation of Macedonia ( Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής ή Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας» ) ή ASNOM. Θα ήταν παράλογο να μην αναφέρεται, αφού η ASNOM την 2Η Αυγούστου 1944 αποτέλεσε εντός της αναγεννώμενης Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας γεννέθλια πράξη όχι μόνο ενός συστατικού κρατιδίου ή Δημοκρατίας εντός της Ομοσπονδίας αλλά και μιας από τις συντακτικές εθνότητες της Ομοσπονδίας. Επίσης, κατά μια ουσιαστική έννοια, επρόκειτο για μια δεύτερη γέννηση του σλαβομακεδονισμού ή της σλαβομακεδονικής εθνότητας, μετά από μια σειρά περιπετειών του και ηττών του (αναλυτικά πιο κάτω).

    Αυτό που ήταν προβληματικό στην αναφορά στην ASNOM δεν ήταν η ίδια η αναφορά αλλά η αυτόματη συνειρμική σύνδεση με την επέκταση της σλαβομακεδονικής εθνικής ταυτότητας ( ή «μακεδονικής» σκέτο, κατά την τότε χρήση της από τους ίδιους) και σε πληθυσμούς και περιοχές σαφώς έξω από τα σύνορα της « Δημοκρατίας της Μακεδονίας» εντός της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Η «εθνογέννεση» του 1944, ορθότερα η δεύτερη εθνογέννεση του σλαβομακεδονισμού υπό τον στρατάρχη Τίτο και το Μακεδονικό Τμήμα του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας αναφερόταν με απόλυτη σαφήνεια σε «συμπατριώτες Μακεδόνες» εκτός Γιουγκοσλαβίας και ειδικότερα στην Μακεδονία του Πιρίν ( Βουλγαρική Μακεδονία) και την Δημοκρατία του Αιγαίου ( ελληνική Μακεδονία). Αμέσως μετά την ανακήρυξη της ΔτΜ από την ASNOM, η ΚΕ του ΚΚ Μακεδονίας έβγαλε την ακόλουθη διακήρυξη :

    « Μακεδονικέ λαέ: με τον τριετή λαϊκό απελευθερωτικό αγώνα σου, πέτυχες την ενότητά σου και εγκατέστησες τον δικό σου στρατό και τις βάσεις/θεμέλια για ένα ομόσπονδο Μακεδονικό κράτος ( !!!)ς. Με την συμμετοχή του συνόλου του Μακεδονικού λαού κατά των φασιστών κατακτητών στην Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Ελλάδα, θα πετύχεις την ένωση όλων των τμημάτων της Μακεδονίας, την οποίαν οι Βαλκανικοί ιμπεριαλιστές κατέλαβαν το 1913 και το 1918.

    Όσον αφορά το αίτημα για την πλήρη ενοποίηση του Μακεδονικού λαού, τώρα βρίσκονται στο πλευρό σου όλοι οι άλλοι λαοί της Γιουγκοσλαβίας, το Αντιφασιστικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Συμβούλιο της Γιουγκοσλαβίας και ο ηρωϊκός Λαϊκός Απελευθερωτικ΄ς Στρατός της Γιουγκοσλαβίας»[31].

    Από το παραπάνω απόσπασμα της διακήρυξης του ΚΚ Μακεδονίας προκύπτουν σαφώς δυο πράγματα :

    Το πρώτο είναι ότι ο (σλαβο)μακεδονικός λαός μόνο εν μέρει έχει επιτύχει την εθνική του ολοκλήρωση και αναγνώριση εντός της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και ότι πρέπει να την ολοκληρώσει απελευθερώνοντας τα τμήματα της Μακεδονίας που είναι ακόμη υπόδουλα-μάλιστα, γίνεται αρκετά σαφές ότι δεν πρόκειται μόνο/αποκλειστικά για την γερμανική ή βουλγαρική φασιστική υποδούλωση του Άξονα αλλά και για το ίδιο το γεγονός ότι τα τμήματα αυτά αφαιρέθηκαν από τους Μακεδόνες από τους τρεις «ιμπεριαλιστές» που κατέλαβαν και χώρισαν την χώρα το 1913 και 1918/1919 , δηλαδή τους Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους. Οι ίδιοι που το 1913 ήταν «ιμπεριαλιστές», δηλαδή τα τρία κράτη που διαμοίρασαν το 1913 την γεωγραφική Μακεδονία , ορίζονται τώρα και ως «φασίστες».

    Το δεύτερο είναι το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚ Μακεδονίας αισθάνεται ότι έχει την στήριξη όλου του νέου ομοσπονδιακού κράτους της Γιουγκοσλαβίας προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης των αλυτρώτων Μακεδονιών και Μακεδόνων. Αναφέρεται δηλαδή σε μια στρατηγική επέκτασης όχι μόνο της ΛΔ της Μακεδονίας αλλά μέσω αυτής και όλης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας σε βάρος των γειτονικών της κρατών[32]. Θα μπορούσε, βεβαίως, κάποιος να υποστηρίξει ότι η αναφορά του Προοιμίου στην ASNOM δεν είχε όλο αυτό το ιστορικό και συμβολικό φορτίο το 1991 , όπως θα το είχε το 1944. Αυτό, όμως, θα έπρεπε, όντως, να διευκρινιστεί : για παράδειγμα, μια αναφορά σε ένα υποθετικό Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος στην Μεγάλη Ιδέα ή έστω στην Συνθήκη τω Σεβρών δεν θα αντιμετωπιζόταν αδιάφορα από τα γειτονικά προς την Ελλάδα κράτη. Η τροποποίηση του 2001 , η οποία ενίσχυσε την πολυεθνική διάσταση της ΔτΜ , δεν πείραξε την αναφορά στην ASNOM, αλλά την συνέδεσε οργανικότερα με την «πρώτη εθνογέννεση», την εξέγερση του Ίλιντεν κατά των Οθωμανών και την Δημοκρατία του Κρουσόβου το 1903.

    Το επόμενο «προβληματικό» άρθρο ήταν το άρθρο 3 του Συντάγματος της ΠΓΔΜ , το οποίο όριζε ότι τα σύνορα του κράτους μπορούν να αλλάξουν μόνο κατά τους ορισμούς του ίδιου του Συντάγματος. Η αναφορά σε μονομερή τροποποίηση αναπόφευκτα γεννούσε μια επιφύλαξη. Υπήρξε τροποποίηση του άρθρου 3 το 1993, κατά την οποίαν δηλώθηκε ότι η ΠΓΔΜ δεν έχει εδαφικές επιδιώξεις έναντι των γειτονικών κρατών και ότι η αλλαγή των συνόρων της μπορεί να γίνει μόνο στην βάση των συνταγματικών ορισμών, της ελεύθερης βούλησης και των κανόνων του διεθνούς δικαίου.

    Επίσης, το άρθρο 49 του Συντάγματος όριζε ότι η ΔτΜ ενδιαφέρεται για τους εθνικά Μακεδόνες εκτός των συνόρων της καθώς και για όσους έχουν εκπατρισθεί. Ο εκπατρισμός αναφέρεται σαφώς στα τμήματα του σλαβομακεδονικού πληθυσμού που συνεργάστηκαν με τον ΔΣΕ στον ελληνικό Εμφύλιο και απώλεσαν όχι μόνο τη ν ελληνική ιθαγένεια, αλλά και την δυνατότητα ανάκτησής της μετά το 1949- ως γνωστόν η δυνατότητα επαναπατρισμού των πολιτικών προσφύγων στην Ελλάδα απέκλεισε από την επανάκτηση της ιθαγένειας τους εθνικά ή «το γένος» Σλαβομακεδόνες . Η τυχόν προβληματικότητα του άρθρου αυτού συνδέεται αναπόφευκτα με το επιλεγόμενο όνομα της σλαβομακεδονικής εθνότητας/ ή και ιθαγένειας. Τροποποίηση του άρθρου αυτού το 1992 προσδιόρισε ότι το ενδιαφέρον για τους εκτός συνόρων Μακεδόνες δεν συνεπάγεται ανάμειξη στις υποθέσεις άλλων κρατών.

    Γενικότερα, το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ ως και την Συμφωνία των Πρεσπών δεν αναφέρεται μόνο στην μακεδονική υπηκοότητα/ιθαγένεια χωρίς αναφορά στην εθνότητα/εθνικότητα. Πέραν του προοιμίου, του άρθρου 49, το μεν άρθρο 36 αναφέρεται στην ξεχωριστή ταυτότητα του μακεδονικού λαού, το άρθρο 56 στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά του μακεδονικού λαού και το άρθρο 78 που αναφέρεται στην σύνθεση του Συμβουλίου Διεθνοτικών Σχέσεων από Μακεδόνες, Αλβανούς κλπ . Σε αντίθεση με τα άρθρα 3 και 49 , που σύμφωνα με την Συμφωνία υπόκεινται σε αναθεώρηση, τα άρθρα 36, 56 και 78, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση ( Συρίγος- Χατζηβασιλείου οπ.π. σελ. 70-71).

    Από μια πρώτη ανάγνωση, τα άρθρα αυτά , ιδίως μετά την αναθεώρησή τους κατά την δεκαετία του 1990 και την δεύτερη αναθεώρησή τους, κατά την παρούσα διαδικασία, σύμφωνα με την Συμφωνία, δεν έχουν μια αυτοτελή προβληματικότητα παρά μόνο σε αναφορά με τον προσδιορισμό της κυρίαρχης σλαβομακεδονικής εθνότητας στην ΠΓΔΜ ή Βόρεια Μακεδονία. Πέρα και από το επιλεγόμενο όνομα της χώρας , το οποίο άλλωστε εσωτερικά στην πράξη δεν θα πολυχρησιμοποιείται, αλλά και ακόμη μπορεί σε μια συγκυρία κρίσης ή πολιτειακών μεταβολών να ξανααλλάξει, το κύριο πρόβλημα , από την άποψη της επίλυσης της εθνικής διαφοράς, είναι ο προσδιορισμός της «υπηκοότητας» και διαμέσου αυτής της κυρίαρχης «εθνότητας» ως σκέτα μακεδονικής. Το γιατί αυτό είναι όντως προβληματικό και αφήνει αλυτρωτικούς σκελετούς μέσα στην ντουλάπα, κάτι που δεν θέλουν να δουν οι «υπερδιεθνιστές» σύντροφοι, μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο μέσα από μια σύντομη ιστορική διερεύνηση.

    6.3. Το όνομα της εθνικότητας ως εστιασμένο σημείο εθνικής διαφωνίας Ελλήνων/Σλαβομακεδόνων και η Συμφωνία

    Κατά την γνώμη μας, το κρίσιμο ζήτημα στην Συμφωνία των Πρεσπών , από την σκοπιά της επίλυσης ή μη της εθνικής διαφωνίας, είναι ο καθορισμός ως nationality του κράτους , με διπλό προσδιορισμό κατά το άρθρο 1 παρ. 3 b) : πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας/ Μακεδόνας ή μακεδονικός ( στα αγγλικά Macedonian). Αν στο σημείο αυτό, ακολουθούνταν η αποκλειστική επιλογή «πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας», θα υπήρχε πλήρως η σύνθετη ονομασία και , ουσιαστικά, θα εκπληρωνόταν η γραμμή, στην οποία ουσιαστικά η Ελλάδα είχε προσχωρήσει από το 1995 ( επίλυση με συναίνεση) και πιο καθαρά από την Συνδιάσκεψη στο Βουκουρέστι το 2008 και μετά- το ζήτημα της γλώσσας έχει μια διακριτότητα και μια ειδική δυσκολία . Θα ήταν ένας δίκαιος διακρατικός και δι-εθνικός συμβιβασμός –πράγμα που δεν θα έπαυε να χαρακτηρίζει την Συμφωνία ως απαράδεκτη απ΄την σκοπιά της διεύρυνσης και ενίσχυσης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια .

    Ο ισχυρισμός ότι η διάταξη αυτή της Συμφωνίας αναφέρεται αποκλειστικά στον δεσμό ιθαγένειας και όχι στην εθνικότητα ή εθνότητα ( η οποία θα χαρακτηριζόταν ethnicity και όχι nationality) δεν μας φαίνεται καθόλου πειστικός. Η ιθαγένεια είναι ο αντικειμενικά νομικός δεσμός που συνδέει ένα πολίτη με το κράτος όπου ανήκει. Η εθνικότητα είναι ο ιστορικός, πολιτιστικός κλπ δεσμός που εντάσσει έναν άνθρωπο, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας, σε ένα έθνος, μια υποκειμενικά βιωμένη εθνική κοινότητα, ένα έθνος ή εθνότητα. Ο όρος nationality μπορεί να αναφέρεται και στην υπηκοότητα αλλά και στην εθνότητα/έθνος. Παραδοσιακά και ιστορικά , ο όρος nationality σήμαινε κατά κανόνα την εθνική κοινότητα, το nation. Στο περίφημο έργο του «Ο μαρξισμός και το ζήτημα των εθνοτήτων» , ο Αυστριακός μαρξιστής Όττο Μπάουερ χαρακτήριζε την εθνότητα ως Nationalitaet.Μόνο τα τελευταία χρόνια ο όρος nationality χρησιμοποιείται για να αποδώσει (και) την ιθαγένεια ( π.χ. σε ορισμένα δημόσια έγγραφα) , η οποία κατά κανόνα πάντοτε οριζόταν κατά τρόπο κοινά αποδεκτό ως citizenship ( στα γερμανικά Staatsbürgerschaft).

    Επίσης, αν ο όρος nationality αναφερόταν μόνο στην ιθαγένειας και όχι στην εθνικότητα, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να διευκρινίζεται στο άρθρο 7 της Συμφωνίας ότι η μακεδονικότητα της Βόρειας Μακεδονίας και η μακεδονικότητα της Ελλάδας ανάγονται σε διαφορετική απολύτως Ιστορία, εθνογέννεση, εθνικά χαρακτηριστικά κλπ

    Το ζήτημα , λοιπόν, αν επρόκειτο να υπάρχει ειλικρινής διάθεση δίκαιου συμβιβασμού, θα επιλυόταν είτε με σύνθετη ονομασία είτε με περιορισμό του «Μακεδονικός» στην citizenship. Όπως πολύ σωστά επισημαίνουν οι Συρίγος-Χατζηβασιλείου σελ. 64-68, ο όρος nationality Macedonian αποτελεί ένα είδος «δημιουργικής ασάφειας» , ώστε να αναγνωριστεί δήθεν διά της ιθαγένειας και η μακεδονική εθνότητα. Σε διαφορετική περίπτωση, αν χρησιμοποιείτο ο όρος citizenship, δεν θα υπήρχε συμφωνία από την πλευρά της κυβέρνησης της ΠΓΔΜ, η οποία τώρα μπορεί εσωτερικά να ισχυρίζεται (όχι άδικα) ότι κέρδισε το σημείο της αναγνώρισης της εθνότητας. Ας θυμίσουμε, επιπλέον, ότι στα «καθαρά» εθνικά κράτη, όπου μια εθνότητα αποτελεί το πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η ιθαγένεια ( ως προς το όνομα που επιλέγεται γι’ αυτήν) κατά κανόνα (αλλά όχι πάντα) αντανακλά και την κυρίαρχη ή αποκλειστική εθνότητα ( βλ. και σε Συρίγο-Χατζηβασιλείου οπ.π. σελ. 36-37). Σε κράτη, όπου η εθνική ταυτότητα έχει διαμορφωθεί από την σύνθεση πολλών εθνοτήτων, όπως η ΗΠΑ, η ιθαγένεια αποκτά το όνομα της εθνικής ταυτότητας που προέκυψε από την συγχώνευση. Υπάρχουν, βεβαίως, και κράτη όπου η ιθαγένεια δεν αντανακλά στο όνομά της την εθνότητα, αλλά αυτό δεν είναι ο κανόνας. Άλλωστε, και το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ , στο Προοίμιο, όπως τροποποιήθηκε με την 4η τροποποίηση, γίνεται σαφής διαφοροποίηση , μεταξύ αυτών που έχουν την μακεδονική ιθαγένεια ( citizenship) και αυτών που είναι εθνικά Μακεδόνες, οι οποίοι συναπαρτίζουν τον λαό του κράτους μαζί με τους Αλβανούς , Τούρκους, Σέρβους που κατοικούν επίσης στην ΠΓΔΜ και είναι πολίτες της.

    Επιπλέον, πρέπει εδώ να τονιστεί ότι το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό ως νομικό δικαίωμα ( πράγμα απολύτως διακριτό από το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση με την έννοια της αυτονομίας ή και της συγκρότησης ξεχωριστού εθνικού κράτους) , που αποτελεί μια πραγματικότητα και ένα δικαίωμα του διεθνούς δικαίου, γνωρίζει όπως και όλα τα άλλα νομικά δικαιώματα, ορισμένα όρια και περιορισμούς, δεν είναι απόλυτο δικαίωμα. Για παράδειγμα, στο επίπεδο των ατόμων, όλα τα Συνταγματικά Δίκαια επί της γης παραδέχονται ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει ρητή επιφύλαξη νόμου στην συνταγματική θέση και ορισμό των ατομικών δικαιωμάτων, αυτά περιορίζονται ή μπορούν να περιορισθούν , όταν προσκρούουν στην δημόσια τάξη ή τα δικαιώματα των άλλων. Στην περίπτωση της σύγκρουσης αντίθετων δικαιωμάτων, αυτά εναρμονίζονται από τον νομοθέτη, ο οποίος σταθμίζει σε κάθε περίπτωση το ειδικό βάρος των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και βρίσκει μια λύση περιοριστική της άσκησης του ενός ( σε κάποιον βαθμό, όχι πλήρως) υπέρ της άσκησης του άλλου. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η κυρίαρχη εθνότητα της ΠΓΔΜ είναι η μακεδονική ή πάντως οι άνθρωποι επί δεκαετίες έχουν έτσι υποκειμενικά αυτοπροσδιορισθεί και ονομάζονται , αυτό έχουν διδαχθεί στα σχολεία τους και αυτό βιώνουν (πράγμα που είναι αληθινό και δίκαιο) , η αποδοχή του όρου για την εθνικότητα και μέσω αυτής και για την (κυρίαρχη ) εθνότητα/έθνος, τουλάχιστον στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δημιουργεί σαφή προβλήματα. Στον βαθμό που η Μακεδονία είναι μια γεωγραφική βασικά έννοια και περιοχή , η οποία χωρίσθηκε με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 σε τρία τμήματα ( ελληνικό 51 % , σερβικό 38 %, βουλγαρικό 11%), παρά το γεγονός ότι η οθωμανική διοίκηση δεν χαρακτήριζε όλη αυτήν την έκταση ως Μακεδονία, η αποδοχή των Σλαβομακεδόνων , όπως έχουν συγκροτηθεί ιστορικά από τα τέλη του 19ου αιώνα, και πάντως οπωσδήποτε από το 1944 , ως της αποκλειστικής μακεδονικής εθνότητας ή έθνους οδηγεί στην αντίστοιχη αφαίρεση της «μακεδονικότητας» από τους Έλληνες της ελληνικής Μακεδονίας και τους Βούλγαρους της Βουλγαρικής Μακεδονίας, πράγμα που οδηγεί, ιδίως στην Ελλάδα, στην επανάληψη μιας βίωσης «εθνικής ταπείνωσης», μετά από πολλές άλλες, κυρίως από ισχυρούς διεθνείς παίκτες . Θα πει κανείς , βεβαίως, ότι αυτοί δεν χρειάζονται την μακεδονικότητα, είναι Έλληνες και Βούλγαροι εθνικά. Θα ήταν τόσο απλό, αν δεν είχε υπάρξει μια εθνική διαμάχη τριών πλευρών επί δεκαετίες για το ποιος είναι Μακεδόνας και ποιος κατέχει την μακεδονική ταυτότητα, ήδη από την αρχή του περασμένου αιώνα. Όμως., η διαμάχη έχει ιστορικά υπάρξει.

    Κι επιπλέον, το μονοπώλιο της (σκέτα) μακεδονικής εθνικότητας ή εθνότητας αό την ΠΓΔΜ ή Βόρεια Μακεδονία όντως συντηρεί τάσεις αλυτρωτισμού. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι κατά την ίδρυση της ΔτΜ ως κρατιδίου της Γιουγκοσλαβίας το 1944, και σύμφωνα και με την Συνέλευση του ANSOM τον Αύγουστο 1944 η επέκταση των(Σλαβο) Μακεδόνων στα γύρω κράτη προοπτικά και η απελευθέρωση των «αλύτρωτων αδελφών τους» ήταν μια αυτονόητη και κοινή παραδοχή, και μάλιστα με την πλήρη συμφωνία του ίδιου του Τίτο.. Βεβαίως, τα πράγματα δεν είναι έτσι σήμερα . Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι υπάρχουν τμήματα της κοινής γνώμης ή και της πολιτικής σκηνής στην ΠΓΔΜ ( π.χ. το εθνικιστικό VMRO) ή πολύ περισσότερο της σλαβομακεδονικής ομογένειας [33] , για τα οποία το θέμα δεν είναι οριστικά επιλυμένο. Η λύση, η οποία διασφαλίζει , όσο αυτό είναι δυνατό, μια κατάσταση καλής γειτονίας και φιλικής σχέσης των δύο λαών, θα ήταν η διεθνής αναγνώριση και της ιθαγένειας/εθνικότητας κλπ αποκλειστικά ως «σύνθετης» , δηλαδή βορειομακεδονικής , τουλάχιστον για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Ενδεχομένως, η εσωτερική χρήση θα μπορούσε να είναι πιο ελαστική.

    Ο λόγος που αυτό δεν επελέγη , θα μπορούσε να είναι το επιχείρημα ότι σε μια διεθνή συμφωνία κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις, δεν μπορείς να τα πάρεις όλα. Υποτίθεται , λοιπόν, ότι η Ελλάδα άλλαξε το συνταγματικό όνομα της ΠΓΔΜ από ΔτΜ σε Βορειομακεδονία και αντ’ αυτού δέχεται την υπηκοότητα/ εθνικότητα και με την παραλλαγή /εκδοχή του επιθέτου «μακεδονικός». Άρα, μένουν και οι δύο ευχαριστημένοι- αυτή είναι η άποψη που έχει υποστηρίξει εμφατικά ο Δ. Χριστόπουλος[34] . Την ίδια στιγμή, όμως, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας κ. Ζόραν Ζάεφ δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει δημόσια ότι ουσιαστικά τίποτε δεν έχει αλλάξει ως προς την μακεδονική ταυτότητα της Βόρειας Μακεδονίας . Επίσης, στην πραγματικότητα το όνομα της χώρας, όσο δεν έχει προσδιορισθεί σύνθετα και η ιθαγένεια/εθνικότητα, μικρή σημασία έχει ως επίτευξη , αν δεν είναι και απολύτως ψευδής και εικονική επίτευξη. Στην πραγματικότητα, η σύνθετη ονομασία σε όλα τα επίπεδα δεν επελέγη κυρίως διότι οι επιδιαιτητές της Συμφωνίας (ΝΑΤΟ/ΗΠΑ/ΕΕ) θέλουν να συνεχιστεί να υποδαυλίζεται η εθνικιστική αντίθεση, για να μπορούν αυτοί ακριβώς να επιδιαιτητεύουν και να αποσπούν πολιτική υπεραξία. Μπορούν δε κιόλας σε επόμενη κρίση στην περιοχή να αξιοποιήσουν την ανεπίλυτη αντίθεση, όπως και άλλες τυχόν ανεπίλυτες αντιθέσεις, και προς την κατεύθυνση της αλλαγής συνόρων.

    Έτσι, η Συμφωνία των Πρεσπών καταλήγει σε ένα διπλό αδιέξοδο . Από την μια πλευρά, βρίσκει αντίθετο ένα τμήμα των πολιτών της ΠΓΔΜ που αντιτίθενται και στην ονομασία του ως τώρα συνταγματικού ονόματος σε Βόρεια Μακεδονία από την άλλη βρίσκει αντίθετο το πλειοψηφικό κομμάτι της κοινής γνώμης στην Ελλάδα, η οποία τουλάχιστον συμφωνεί στο ότι δεν θα έπρεπε να παραχωρηθεί η αποκλειστικότητα της μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας, ενώ πολλοί αρνούνται ( κατά την γνώμη μας εσφαλμένα) καν και την σύνθετη ακόμη ονομασία υπό την επίκληση ότι «η Μκαεδονία είναι μόνο ελληνική». Επίσης, και οι δύο λαοί βιώνουν μια αντιδημοκρατική παράκαμψη από τις κυβερνήσεις τους , καθώς και μια νοσηρή έκπτωση της λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού στις δύο χώρες. Βεβαίως, είναι σωστό το επιχείρημα ότι στην πολιτική από δύο αρνητικά δεν βγαίνει ένα θετικό, τα δυο αρνητικά ούτε είναι συνεκτικά ούτε συμποσούνται πολιτικά . Ένα γνήσια θετικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να βγει από κυβερνήσεις όχι δυτικόδουλες και αμερικανόδουλες και στις δύο χώρες, σε συνθήκες εθνικής ανεξαρτησίας, οι οποίες με μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις και με κάποιες αμοιβαίες συμφωνίες και παραχωρήσεις, που να μην δημιουργούν αισθήματα ταπείνωσης και στους δύο λαούς ή πάντως να τα μετριάζουν, θα κατέληγαν κάπου χωρίς το άγχος της νατοϊκής και αμερικανικής επιδιαιτησίας και χωρίς να προσφέρονται και οι δύο λαοί ως κρέας για τα κανόνια του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στις επόμενες διεθνείς κρίσεις και στον επόμενο πιθανό Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως, οι κυρίαρχες επιλογές δεν είναι η άρση των εθνικισμών και η δίκαιη λύση: αυτό δεν υπάρχει καθόλου στο τραπέζι. Είναι η συνέχιση των ανταγωνισμών και ο διαρκής διαιτητικός ρόλος της Δύσης στα Βαλκάνια.

    6.4. Ορισμένες πλευρές της σλαβομακεδονικής εθνότητας και της ανάδυσής της

    Στα πλαίσια αυτής της μελέτης /πολιτικής παρέμβασης, δεν μπορούμε διεξοδικά να αναφερθούμε στην ιστορικότητα της σλαβομακεδονικής εθνότητας ή έθνους και να απαντήσουμε σε όλα τα ιστορικά ζητήματα που συνόδευσαν την ανάδυσή της[35]. Αυτό από μόνο του και θα ήταν αντικείμενο μιας αυτοτελούς μελέτης αλλά και θα προϋπεθετε μια πρωτογενή έρευνα πολύ εκτεταμένη.

    Ας κάνουμε, κατ’ αρχάς, για την διευκόλυνση της συζήτησης μερικές παραδοχές , οι οποίες, κατά άλλους, δεν θεωρούνται καθόλου αυτονόητες .

    –Πρώτον, σλαβομακεδονική εθνότητα ή έθνος έχει υπάρξει στον βαλκανικό χώρο στην διάρκεια των τελευταίων εκατόν τριάντα χρόνων περίπου. Άλλοτε με πιο σαφή και άλλοτε με λιγότερο σαφή χαρακτηριστικά[36]. Το να πεις ότι αυτή η (ήδη κρατική) εθνότητα, στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου δεν πρέπει, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει, να αυτοπροσδιορίζεται σήμερα ως σκέτα «μακεδονική» είναι ένα ζήτημα. Το να αρνηθείς πλήρως την ύπαρξή της είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα. Νομίζουμε ότι στο σημείο αυτό το ΚΚΕ δεν θα έπρεπε να επιμείνει μόνο στην άρνηση της ύπαρξης (σκέτα) «μακεδονικού έθνους» αλλά και να διευκρινίσει αυτό που είναι όντως σύμφωνο με την Ιστορία του : σλαβομακεδονική εθνότητα ή έθνος έχει πραγματικά υπάρξει, ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς αξιοποιήσεις της ή χειραγωγήσεις της παλιότερα από την Βουλγαρία και πιο πρόσφατα από την τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία.

    Δεύτερον, για λόγους και πάλι διευκόλυνσης της συζήτησης, δεν θα μπούμε στο αν η εθνότητα αυτή πριν από την ανάδυσή της στηρίχθηκε σε μια προγενέστερη εθνότητα ή αν δημιουργήθηκε πρωτογενώς κλπ Ακολουθώντας το παράδειγμα της «φαντασιακής κοινότητας» του Μπ. Άντερσον ( με το οποίο έχουμε πολύ σοβαρές διαφωνίες) ,θα θεωρήσουμε ότι από ένα σημείο και μετά διαμορφώνεται μια εθνική κοινότητα, η οποία φαντάζεται τον εαυτό της ως τέτοια και η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως «σλαβομακεδονική» και συχνά ως «μακεδονική».

    Τρίτον, η ανάδυση αυτής της εθνότητας σχετίζεται με δύο σημαντικούς παράγοντες στην συνάντησή τους. Την ύπαρξη αρχικά ενός σχετικά ρευστού σλαβικού ή σλαβόφωνου αγροτικού πληθυσμού στην οθωμανική «Μακεδονία». Και την διαμόρφωση σταδιακά ενός εθνικού σλαβομακεδονικού κέντρου με τάσεις και παραλλαγές.

    -Ο ένας παράγων είναι η ύπαρξη στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα μιας σημαντικής εθνικής ρευστότητας στην περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που τότε μεν δεν ονομάζεται διοικητικά ως Μακεδονία αλλά που και από τους ξένους καθώς και από σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της καθώς και από τα γειτονικά κράτη (που την διεκδικούν) προσδιορίζεται ως Μακεδονία και η οποία σε γενικές γραμμές συμπίπτει με την περιοχή που διανεμήθηκε στα 1913 μεταξύ Σερβίας-Ελλάδας-Βουλγαρίας με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου, μετά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο ( βλ. και τον χάρτη 7 σε Kofos 91964) σελ. 49). Η εθνική ρευστότητα και η μη συγκρότηση μιας σαφούς εθνικής πλειοψηφίας σε αυτήν την ευρύτερη περιοχή συνδέεται ακόμη και με την ύπαρξη πληθυσμών που δεν έχουν «επιλέξει» εθνική κοινότητα ή πάντως δεν έχουν επιλέξει μια από τις εθνικές κοινότητες των γειτονικών κρατών ή την (υπό διαμόρφωση) τουρκική εθνική κοινότητα (και Σταυριανός σελ. 967). Το ζήτημα περιπλέκεται και με το θρησκευτικό/δογματικό ζήτημα, από την στιγμή που η σύσταση της Εξαρχίας το 1870 συγκροτεί έναν σλαβόφωνο πληθυσμό ως βουλγαρικό , ενώ η Ελλάδα δια μέσου της Πατριαρχίας διεκδικεί έναν πληθυσμό είτε ελληνόφωνο είτε και σλαβόφωνο ως δικό της-στην περίοδο 1880-1904. Οι κοινότητες χωρίζονται περισσότερο από το θρησκευτικό δόγμα, παρά από την ομιλούμενη γλώσσα. Στον πληθυσμό που δεν έχει «επιλέξει» ή πάντως δεν έχει επιλέξει με σαφήνεια, που μιλά σλαβομακεδονικά και όχι βουλγαρικά (οι δύο γλώσσες είναι συγγενικές αλλά δεν ταυτίζονται) και που πιθανόν κυμαίνονταν μεταξύ πατριαρχισμού και εξαρχισμού, διαμορφώνεται ένας «μεσαίος χώρος» με γλωσσική , πολιτιστική και ίσως πρωτο-εθνική σλαβική-μακεδονική συνείδηση[37], μια «θολή μακεδονικότητα». Η παρέμβαση τόσο της Ελλάδας όσο και της Βουλγαρίας προς την ενσωμάτωση /απορρόφηση αυτού του «ενδιάμεσου χώρου» αλλά και τον έλεγχο της οθωμανικής Μακεδονίας θα ξεκινήσει με την συστηματική δημιουργία σχολείων ως το 1903 ( σλαβομακεδονική εξέγερση του Ίλιντεν) και με την σύγκρουση ενόπλων ομάδων και επιτροπών μετά το 1904 («Μακεδονικός Αγώνας»). Στην Ελλάδα συνιστάται το 1894 η Εθνική Εταιρεία και στην Βουλγαρία η αντίστοιχη Βερχόβ Κομιτέτ στα μέσα της δεκαετίας του 1890, ως κέντρα εθνοκρατικής παρέμβασης στην οθωμανική Μακεδονία .

    – Ο δεύτερος παράγων είναι η δημιουργία μιας οργάνωσης-κέντρου της σλαβομακεδονικότητας , η οποία θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην «πρώτη συγκρότηση» αυτής της αναδυόμενης εθνικής κοινότητας. Θα είναι η IMRO ή ΕΜΕΟ ( Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση για την Μακεδονία και Αδριανούπολη ), η οποία ιδρύεται στην Θεσσαλονίκη το 1893 από μια ομάδα Μακεδόνων-Βουλγάρων με στόχο την ενιαία και αδιαίρετη Μακεδονία και Θράκη ( οριζόταν ως «Αδριανούπολη») και της οποίας όλοι κάτοικοι και πολίτες θα ονομάζονταν Μακεδόνες ανεξάρτητα από την εθνική τους συνείδηση και καταγωγή[38]. Η IMRO σύντομα διαιρέθηκε σε περισσότερες υπο-IMRO και τάσεις-ρεύματα. Η βασική , όμως, διαφοροποίηση ήταν ανάμεσα στους Σεντραλιστές (Centralists) και στους Σουπρεμιστές ή Βερχοβιστές (Supremists, Verhovists).Οι μεν Σουπρεμιστές έβλεπαν την σύσταση της ενιαίας Μακεδονίας ως προστάδιο απορρόφησής της στην Μεγάλη Βουλγαρία (κατά το μοντέλο της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1886) και ήταν κατευθυνόμενοι σαφώς από το βουλγαρικό κράτος[39]. Αλλά ούτε οι Σετντραλιστές ήταν απολύτως αυτόνομοι από το βουλγαρικό κέντρο : η λογική τους ήταν μάλλον μια Συνομοσπονδία της κυρίαρχης κρατικά ενιαίας Μακεδονίας με την Βουλγαρία, μια συνομοσπονδία ενός βουλγαρικού κράτους και ενός βουλγαρίζοντος μακεδονικού ή σλαβομακεδονικού κράτους . Οι δύο τάσεις ή οργανώσεις ανταγωνίζονται αλλά και συνεργάζονται μεταξύ τους ( επίσης, οι τάσεις αναδιατάσσονται συχνά μεταξύ του 1893 και του 1912[40]). Εδώ, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η δημιουργία ενός πολιτικοοργανωτικού εθνικού κέντρου δεν είναι σε μια απόλυτη αυτονομία από τα βουλγαρικό εθνικό κέντρο και ότι ο πρώτος σλαβομακεδονισμός συνδέεται στενά με το βουλγαρικό εθνικό κίνημα και την προοπτική της Μεγάλης Βουλγαρίας, κατά το πρότυπο της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το 1878 ( πράγμα που ένα μέρος της Αριστεράς σήμερα, που υποτίθεται ότι στηρίζει τον αυτοπροσδιορισμό του σλαβομακεδονισμού , το παρασιωπά τελείως). Αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά στην άποψη ότι ήταν ένα όχημα μόνο του βουλγαρισμού : ας θυμηθούμε εδώ την άποψη του Ένγκελς για τα «καθυστερημένα έθνη» ( παρά τα σοβαρά προβλήματα που είχε, θεωρώντας τα μια μορφή losers της ιστορικής εξέλιξης). Ένα νέο και πρωτοεμφανιζόμενο έθνος, το οποίο διεκδικεί χώρο σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία και μεταξύ ήδη συγκροτημένων και όχι ανίσχυρων εθνικών κρατών , με σημαντικούς μηχανισμούς παρέμβασης, δύο αρχικά και μετά την είσοδο και της Σερβίας στο παιχνίδι τριών εθνικών κρατών, είναι αρκετά πιθανό να προσδεθεί σε ένα από τα υπάρχοντα εθνικά σχέδια και να συγκλίνει στρατηγικό με αυτό, διατηρώντας έναν μεγάλο ή μικρό βαθμό αυτονομίας. Η Σόφια- με πιθανή δεύτερη επιλογή την Θεσσαλονίκη- φαίνεται να είναι το εθνικό κέντρο του πρώτου σλαβομακεδονισμού και ως τους Βαλκανικούς αλλά και κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και στην φάση του Μεσοπολέμου.

    -Η συνάντηση ενός αδιαφοροποίητου ή ήδη υπό διαφοροποίηση αγροτικού σλαβικού ή σλαβόφωνου πληθυσμού με την (ή καλύτερα τις) IMRO αποτελεί και την θρυαλλίδα της εθνικολαϊκής και πιθανότατα και ταξικής σλαβομακεδονικής εξέγερσης τον Ιούλιο του 1903 ( εξέγερση του Ίλιντεν) και της δημιουργίας της βραχύβιας Δημοκρατίας του Κρουσόβου, η οποία σύντομα κατεστάλη από τον οθωμανικό στρατό. Η εξέγερση του Ίλιντεν χτυπά ένα καμπανάκι και στο ελληνικό και στο σερβικό κράτος για εντονότερη παρέμβαση στην οθωμανική «Μακεδονία» , προκειμένου να μην εκδιωχθούν ως επιρροή από ένα ενισχυμένο βουλγαρικό-σλαβομακεδονικό στοιχείο και παρέμβαση. Η εξέγερση του Ίλιντεν φαίνεται να συνδέεται με την πιο «αριστερή» πτέρυγα της IMRO , η οποία συγκεντρώνει και όψεις του ταξικού/κοινωνικού ζητήματος ( αγρότες κατά μεγαλοϊδιοκτητών και οθωμανικού κράτους) με όψεις ιδεολογικά όμοιες με τους Ρώσους σοσιαλεπαναστάτες . Επίσης, εδώ γίνεται μια επίκληση του μακεδονισμού, η οποία ξεκινά μεν από μια βουλγαρική κοιτίδα αλλά έχει και υπερεθνική απεύθυνση , καλεί σε εξέγερση όλους τους Μακεδόνες υπό την έννοια των καταπιεσμένων πολιτών της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως εθνότητας.

    – Στην φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) όσο και στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) , δεν φαίνεται, από όσο γνωρίζουμε, να ενισχύεται η αυτονομία/ανεξαρτησία της IMRO από την πολιτική του βουλγαρικού κράτους, αντίθετα, μάλλον συρρικνώνεται. Πολλά στελέχη της, όπως και ο D.Vlahov της πιο ανεξάρτητης τάσης της, πολεμούν με τον βουλγαρικό στρατό. Ουσιαστικά, ο πολιτικός σλαβομακεδονισμός λειτουργεί είτε ως οργανικός σύμμαχος είτε ως ένα ευρύτερο Μέτωπο του βουλγαρικού εθνικού κινήματος και των επιδιώξεών του. Στη βουλγαρική κατοχή τμημάτων της ελληνικής και της σερβικής Μακεδονίας καθώς και της ελληνικής Δυτικής Θράκης, η IMRO έχει μια σαφώς συμβάλλουσα πρακτική. Δεδομένου ότι το βουλγαρικό εθνικό κίνημα ηττάται και στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο το 1913 αλλά και στον Α’ΠΠ το 1918 (πραγματοποιώντας πάντοτε συμμαχίες με δυνάμεις που θέλουν να αναθεωρήσουν τον χάρτη στην περιοχή, όπως οι Κεντρικές Δυνάμεις στον Α’ΠΠ) , τόσο ο στενός βουλγαρισμός όσο και ο ευρύτερος σλαβομακεδονισμός-βουλγαρισμός ξεριζώνεται σε σημαντικό βαθμό από την περιοχή της Μακεδονίας που σταθεροποιείται ως ελληνική με την Συνθήκη του Νεϊγύ ( Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη) και καθίσταται προσφυγικό ρεύμα και κίνημα εντός της Βουλγαρίας. Όμως, στην Δυτική Μακεδονία (και πολύ λιγότερο στην Κεντρική- Ανατολική Μακεδονία) θα παραμείνει ένας καθαρά σλαβόφωνος πληθυσμός, ως γλωσσική πολιτιστική μειονότητα και πιθανόν σε κάποιον βαθμό και ως σλαβομακεδονική εθνική μειονότητα. Το ελληνικό κράτος την αντιμετωπίζει βασικά ως βουλγαρική μειονότητα. Δεν είναι απολύτως σαφές γιατί αυτή η μειονότητα δεν επέλεξε να φύγει μετά τις Συνθήκες του Νειγύ (1919) και της Λωζάνης (1923) . Αυτό μπορεί να οφειλόταν σε πιέσεις της IMRO, αλλά είναι επίσης πιθανό να επρόκειτο για την σύνδεση των χωρικών με την γη τους, να επρόκειτο γι α κάποιον υπαρκτό εθνικό-αποκλειστικό ή και μη- δεσμό ορισμένων με την Ελλάδα, για αντιθέσεις με τον βουλγαρισμό κλπ (Kofos oπ.π. σελ. 48).

    -Στην περίοδο του Μεσοπολέμου, εγείρονται πολλά ζητήματα. Ένα σοβαρό ζήτημα είναι η απόδοση πολιτιστικών, γλωσσικών και μορφωτικών δικαιωμάτων στην σλαβόφωνη μειονότητα από το ελληνικό κράτος , παρά την ύπαρξη σοβαρών αμφισβητήσεων είτε από την Σερβία είτε από ισχυρά εθνικιστικά τμήματα της ελληνικής κοινής γνώμης ή ιδίως του ελληνικού κρατικού μηχανισμού ου αποσκοπούν στον «εξελληνισμό»-πρόκειται για την βραχύβια δημιουργία και διδασκαλία των αναγνωστικών ABECEDAR [41]κλπ, μετά το Πρωτόκολλο της Γενεύης για τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί και ένα προηγούμενο ως προς το αν υπάρχει σλαβομακεδονική ή «μακεδονική» γλώσσα-φαίνεται αρκετά καθαρά ότι στον Μεσοπόλεμο το ελληνικό κράτος δέχθηκε, έστω προσωρινά, ότι υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, η εγκατάσταση των προσφύγων στην ελληνική Μακεδονία και Θράκη επιλύει τελείως το ζήτημα της εθνολογικής αμφισβήτησης της περιοχής. Σύμφωνα με την απογραφή της Κοινωνίας των Εθνών το 1926, από τους κατοίκους/υπηκόους της Ελληνικής Μακεδονίας 1.341.000 ήταν εθνικά Έλληνες. 2.000 δηλώνονταν ως Μουσουλμάνοι, 77.000 ως Βούλγαροι ( προφανώς, εννοούσαν τους Σλαβομακεδόνες) , 91.000 ως «Διάφοροι»( Kofos (1964) οπ.π. σελ. 47- ο Κωστόπουλος (2000) αμφισβητεί σε κάποιο βαθμό αυτούς τους αριθμούς υπέρ των σλαβοφώνων , που τους υπολογίζει σε περίπου 200.000, σελ. 27 επ. ).

    Το δεύτερο σοβαρό ζήτημα είναι η συγκέντρωση ενός πολύ σημαντικού σε αριθμό και μαχητικού δυναμικού προσφύγων Σλαβομακεδόνων-Βουλγάρων στην Βουλγαρία , λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, προερχόμενο κυρίως από την ελληνική Μακεδονία και δευτερευόντως από την σερβική/γιουγκοσλαβική . Αυτό το δυναμικό οργανώνεται γύρω από την IMRO και αποτελεί σοβαρή πτέρυγα και της κοινής γνώμης και της μεσοπολεμικής πολιτικής σκηνής στην Βουλγαρία, βασικά προς «δεξιά» κατεύθυνση και με όψεις παρακρατικές-τυχοδιωκτικές. Βασική του επιδίωξη είναι η ανάκτηση από την Βουλγαρία των αλύτρωτων Μακεδονιών σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Το δυναμικό αυτό θα συμβάλει στην ανατροπή του προοδευτικού αγροτιστή πρωθυπουργού Σταμπολίνσκυ τον Ιούνιο 1923 από την ακροδεξιά ομάδα γύρω από τον Τσανκόφ ( Chankov) αλλά και στην καταστολή του κομμουνιστικού πραξικοπήματος κατά του Τσανκόφ τον Οκτώβριο 1923 και γενικότερα στην σταθεροποίηση ενός ακροδεξιού/αντικομμουνιστικού πολιτικού καθεστώτος στην Βουλγαρία του Μεσοπολέμου, τυπικά κοινοβουλευτικού , αργότερα καθαρά δικτατορικού, μετά το 1934 . Η προσπάθεια των στελεχών της «αριστερής» τάσης τηςIMRO ( Dimitar Vlahov κα ) να συγκροτήσουν την «αριστερόστροφη» IMRO ( United IMRO-Ενωτική IMRO ) –σε συνεργασία και με το ΚΚΒ- αποτυγχάνει πλήρως. Το 1934, ο Vlahov εγκαταλείπει την Βουλγαρία και πηγαίνει στη Μόσχα. Θα γυρίσει στα Βαλκάνια και ειδικά στην Γιουγκοσλαβική/σερβική κατεχόμενη από τους Βούλγαρους Μακεδονία το 1943.

    Το τρίτο σοβαρό ζήτημα είναι η ανάδειξη ενός «μακεδονικού ζητήματος» όχι μόνο από την πλευρά του Βουλγαρικού κράτους και της φιλικής προς αυτό IMRO αλλά πλέον και από το ΚΚ Βουλγαρίας , την Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία και την Κομμουνιστική Διεθνή. Είναι ένα πολύ μεγάλο και στις συνέπειές του σημαντικό ιστορικό περιστατικό, που μόνο σε πολύ γενικές γραμμές μπορούμε να περιγράψουμε εδώ. Το ΚΚΒ, μετά την μεγάλη ήττα του το 1923, επιχειρεί να ανασυνταχθεί και να προσεταιριστεί ένα τμήμα της IMRO και των Σλαβομακεδόνων προσφύγων[42]. Σε κάποια φάση συμμαχεί με την «αριστερή» ΙΜRΟ και το 1925 υπογράφει ένα σύμφωνο και με τις δύο ΙΜRΟ . Στην προσπάθειά του αυτήν υιοθετεί και ανασυντάσσει την σλαβομακεδονική – βουλγαρική αφήγηση περί μιας ενιαίας Μακεδονίας, η οποία έχει τεμαχιστεί άδικα σε τρία τμήματα και προτείνει το εξής σχήμα : Ενιαία- Ανεξάρτητη κρατικά Μακεδονία και Θράκη εντός μιας Βαλκανικής Σοσιαλιστικής /Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Παρά το γεγονός ότι το Σύνθημα- Πλαίσιο αυτό αναφερόταν στρατηγικά στην κατάκτηση της εξουσίας από τους κομμουνιστές στις χώρες αυτές ( Βουλγαρία, Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία) , είναι φανερό ότι ως άμεσο επίδικο είχε την ανάδειξη της αδικίας επί των Σλαβομακεδόνων ( των εντός της Βουλγαρίας προσφύγων αλλά και των εκτός αυτής στις αλύτρωτες Μακεδονίες της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας), την συμμαχία των τριών ΚΚ με τους Σλαβομακεδόνες της Βουλγαρίας (και κατ’ επέκταση και με τις στοχεύσεις του βουλγαρικού κράτους, αν και αυτό δεν λεγόταν φανερά ) και την προοπτική αναδιάταξης των κρατικών συνόρων. Επίσης, ήταν σαφές ότι η κριτική στους «τρεις κρατικούς ληστές» κυρίως στρεφόταν κατά της Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας και δευτερευόντως κατά της Βουλγαρίας. Στην πραγματικότητα, αυτός ο σχεδιασμός ως φόντο μόνο είχε την τελική Κομμουνιστική Ομοσπονδία και ως επίκεντρο είχε κρατικές πολιτικές και κομματικές πολιτικές. Η πολιτική αυτή εγκρίθηκε από το 6ο και 7ο Συνέδριο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας στην Μόσχα το 1924 και από το Πέμπτο Συνέδριο της ΚΔ το καλοκαίρι 1924 και πάλι. Το ΚΚΕ και το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας αντιστάθηκαν σημαντικά στην επιβολή αυτής της πολιτικής, αλλά κάτω από την πίεση της Κομμουνιστικής Διεθνούς υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν. Ιδίως, στην Ελλάδα, όπου η εθνολογική μεταβολή στην ελληνική Μακεδονία, μετά την άφιξη των προσφύγων, ήταν παραπάνω από σαφής , η γραμμή αυτή δεν είχε κανένα λογικό υπόβαθρο και έφερε το ΚΚΕ όχι μόνο ενώπιον άδικων διώξεων και κατασταλτικών πρακτικών αλλά και οδήγησε στην σχετική περιθωριοποίηση της επιρροής του ΚΚΕ στη ν Βόρεια Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο ίδιος ο Παντελής Πουλιόπουλος υπερασπίστηκε στα δικαστήρια κακουργημάτων ως κατηγορούμενος αυτήν την γραμμή, την οποίαν στα κρατικά όργανα κατήγγειλε ως εξωπραγματική και αντίθετη στο πολιτικό συμφέρον του ΚΚΕ :

    «Είναι αδιανόητο για οποιαδήποτε διεθνή αρχή να εξαγγέλλει με απολυταρχικό τρόπο ότι τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα θα πρέπει να ασπάζονται και να προωθούν αρχές που είναι ασυμβίβαστες με τις αντικειμενικές συνθήκες των χωρών τους»[43].

    Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στην οξεία επιθετική στάση του ηγετικού στελέχους της ΚΔ Ντμίτρι Μανουήλσκι προς το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και τον επικεφαλής του Σίμα Μάρκοβιτς στο Πέμπτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπου ο Μάρκοβιτς καταγγέλεται με δριμύτητα λόγω της αντίθεσής του στην νέα γραμμή ως «σοσιαλδημοκράτης εθνικιστής» (θα αποπεμφθεί και από το κόμμα λίγο αργότερα) :

    «Πολύ χαρακτηριστική είναι η στάση του σ. Μάρκοβιτς σχετικά με το μακεδονικό ζήτημα. Γνωρίζετε ότι η Μακεδονία στην παρούσα φάση παίζει στα Βαλκάνια, μετά την τριπλή διαίρεσή της, από τους Σέρβους, έλληνες και Βουλγάρους, τον ίδιο ρόλο που τα Βαλκάνια παίζουν στην Ευρώπη. Ένας σκληρός αγώνας διεξάγεται σχετικά με την Μακεδονία και ιδίως σχετικά με την έξοδο στο Αιγαίο Πέλαγος και ιδίως την κατοχή του λιμανιύ της Θεσσαλονίκης ανάμεσα στους μικρούς ληστές των Βαλκανίων.

    Την ίδια στιγμή, αναπτύσσεται στην Μακεδονία ένα ισχυρό εθνικό κίνημα για τηνν αποκατάσταση (ΔΜπ ;;;) ενός ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους. Ποια είναι η στάση του σ. Μάρκοβιτς απέναντι στο κίνημα αυτό ; Στα άρθρα του ο σ. Μάρκοβιτς εξέφρασε την άποψη ότι το μακεδονικό ζήτημα δεν είναι βαλκανικό ζήτημα αλλά ευρωπαϊκό που δεν μπορεί να βρει την λύση του πριν από την νίκη του ευρωπαϊκού προλεταριάτουπάνω στην αστική τάξη..». ( Kofos 1964, σελ. 84, απόδοση στα ελληνικά δική μας).

    Εδώ ουσιαστικά , ο Μανουήλσκι α) ανακαλύπτει ή, ορθότερα, ανακινεί ένα εθνικό κίνημα σε όλη την Μακεδονία και των τριών χωρών που στην πραγματικότητα υπάρχει… μόνο στην Βουλγαρία και συνδέεται ( πράγμα που δεν λέγεται) λίγο ή πολύ με τα συμφέροντα του βουλγαρικού κράτους β) ανακαλύπτει μια σύγκρουση των «τριών μικρών ληστών» για το Αιγαίο, η οποία εκείνη την στιγμή δεν υφίσταται , ουσιαστικά αναφέρεται στην διεκδίκηση της Βουλγαρίας, η οποία και μόνο τότε διεκδικεί πρόσβαση στο Αιγαίο , αφού η Ελλάδα έχει και η Γιουγκοσλαβια δεν ενδιαφέρεται άμεσα να αποκτήσει, έχοντας σοβαρότερα άλλα εσωτερικά προβλήματα συνοχής γ) αναφέρεται στην ….αποκατάσταση ενός ενιαίου και ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους, το οποίο δεν έχει ποτέ ως τότε υπάρξει δ) πιθανόν – δεν έχουμε τα επαρκή στοιχεία για να το υποστηρίξουμε- αποκαλύπτει μια ευρύτερη σοβιετική μεγαλοκρατική στρατηγική για την έξοδο στο Αιγαίο, ίσως και σε συμμαχία και με την αστική ακόμη Βουλγαρία, καθώς η σχετική του αποστροφή δεν έχει αναγκαστική λογική σύνδεση με το υπόλοιπο κείμενο. . Σε κάθε περίπτωση, τα δύο ΚΚ υποχρεώθηκαν να μπουν στο προκρούστειο πλαίσιο μιας στρατηγικής που δεν υπηρετούσε την επανάσταση στις χώρες τους ούτε τον διεθνισμό μεταξύ των λαών και των εργατών στα Βαλκάνια, αντίθετα, τους προκαλούσε τράστια προβλήματα στην ανάπτυξή τους . Ήταν ένα σχέδιο που τους επιβλήθηκε από το ΚΚΒ, του οποίου τα ηγετικά στελέχη ( Ντιμιτρόφ, Μπλαγκόεφ, Καμπακτσίεφ, Κολαρόφ ) έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πολύ σημαντικότερο σε σχέση με τα μάλλον ασήμαντα διεθνώς στελέχη του ΚΚΕ και του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας.

    Το ΚΚΕ αλλάζει ρητά γραμμή για το μακεδονικό στο 6ο Συνέδριό του το 1935, επικαλούμενο πια ρητά την εθνολογική μεταβολή του πληθυσμού στην ελληνική Μακεδονία[44]. Ήδη, από το 1930, έχει ρίξει τους τόνους και υποβαθμίσει το ζήτημα της πιθανής απόσχισης. Μετά το 1935, δεν αγωνίζεται πλέον για την «Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», αλλά για τα ίσα δικαιώματα όλων των γλωσσικών και εθνικών μειονοτήτων και ιδίως της σλαβόφωνης-σλαβομακεδονικής μειονότητας ( δεν είναι απολύτως σαφές το όριο μεταξύ γλωσσικής και εθνικής μειονότητας). Είναι γεγονός το ότι υπερασπίζεται με συνέπεια, απέναντι σε τάσεις κρατικής καταστολής, τα δικαιώματα της σλαβόφωνης ή σλαβομακεδονικής ή μακεδονικής μειονότητας, η οποία από το 1936 και μετά ( δικτατορία Μεταξά ) υφίσταται μια σκληρή κρατική καταστολή, στέρηση των πολιτιστικών και μορφωτικών της δικαιωμάτων και προσπάθεια βίαιης αφομοίωσης στο εθνικό πολιτιστικό πλαίσιο ή και βίαιης πολιτιστικής εξαφάνισης του σλαβόφωνου πολιτισμού ( βλ. και σε Κωστόπουλο οπ.π. σελ. 162 επ.) .

    Στην πολιτική του αυτήν, το ΚΚΕ χαρακτηρίζει την μειονότητα ως σλαβομακεδονική αλλά και ως μακεδονική. Θεωρεί ότι υφίσταται δίωξη του πολιτιστικού και εθνοτικού μακεδονισμού. Ανεξαρτήτως του αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος, πάντως αυτή ήταν η γραμμή του από το 1930 ως τον πόλεμο.
    Στα χρόνια της τριπλής Κατοχής της χώρας ( Γερμανικής, Ιταλικής, αλλά και Βουλγάρικης στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, και μετά το 1943 και στην περιοχή Θεσσαλονίκης-Κιλκίς), το μακεδονικό ανακινείται και μάλιστα πολύμορφα. Κατ’ αρχάς, ανακινείται από την Βουλγαρία ως κατοχική κρατική δύναμη του Άξονα: η Βουλγαρία ανακινεί το ζήτημα μιας μεγάλης Μακεδονίας εντός μιας ακόμη πιο μεγάλης Βουλγαρίας. . Η Βουλγαρία ενδιαφέρεται να προσαρτήσει μόνιμα τις κατεχόμενες από την ίδια Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, όπως και την κατεχόμενη από την ίδια Γιουγκοσλαβική Μακεδονία (στην Γιουγκοσλαβία/Σερβία ως τον Β’ΠΠ δεν υφίσταται διοικητικά περιοχή Μακεδονία, είναι τμήμα διοικητικά της Σερβίας , παρά το ότι υφίσταται ένας σημαντικός σλαβομακεδονικός-φιλοβουλγαρικός πληθυσμός). Επίσης, ενδιαφέρεται σημαντικά , μέσω και της κεντρικής IMRO, η οποία λειτουργεί ως συμμαχική του βουλγαρικού κράτους δύναμη κατοχής, να επεκτείνει την επιρροή της και στους σλαβόφωνους της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας , η οποία κατέχεται από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Χρησιμοποιεί, ιδίως στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη έναν πληθυσμό προσφυγικό που επανακάμπτει από την Βουλγαρία αλλά και αρκετά ντόπια σλαβομακεδονικά ή βουλγαρίζοντα στοιχεία, ιδίως στην Ανατολική και Κεντρικη Μακεδονία . Ιδρύει την Βουλγαρική Ένωση Θεσσαλονίκης το 1941, η οποία φαίνεται ότι είχε σημαντική επέκταση και επιρροή, με χιλιάδες μέλη. Στην ζώνη όπου κατέχεται από την Βουλγαρία ( Ανατολική Μακεδονία-Δυτική Θράκη) επιχειρείται μια πολιτική βίαιης εθνοκάθαρσης και εθνολογικής μεταβολής του ελληνικού στοιχείου και απόλυτης επιβολής της βουλγαρικής γλώσσας και θρησκευτικού εξαρχικού δόγματος (Κωστόπουλος 2000, «Η απαγορευμένη γλώσσα» σελ. 182), η οποία οδηγεί σε διασάλευση της «τάξης» και σε έντονες συγκρούσεις . Αντίστοιχα, το ΕΑΜ, ιδίως στην Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, από την ίδρυσή του και μετά στρατολογεί και σλαβόφωνο ή σλαβομακεδονικό πληθυσμό υπό την επίκληση των ίσων πολιτιστικών και εθνικών δικαιωμάτων σε μια ανεξάρτητη Ελλάδα. Στην προσπάθειά του αυτήν, συνεργάζεται και με εναπομείνασες δυνάμεις της Ενωμένης ( «αριστερής») IMRO . Από την άλλη πλευρά, η μεν Βουλγαρία επιχειρεί να διεισδύσει και εδώ στον σλαβόφωνο πληθυσμό και να δημιουργήσει προγεφύρωμα μέσω και οργάνων της «δεξιάς»IMRO/ Οχράνα : η Βουλγαρική Λέσχη παρεμβαίνει και ιδρύει βουλγαρικά σχολεία ακόμη και στην γερμανοϊταλική ζώνη, εξαγοράζει σλαβόφωνους σε βουλγαρική κατεύθυνση κλπ Οι δε γερμανοϊταλικές αρχές ευνοούν τον εθνικό ανταγωνισμό και αντιπαράθεση και το Διαίρει και Βασίλευε, ώστε να ενισχυθούν ως διαιτητές. Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται και ένα αυθόρμητο κλίμα , μετά την κατάρρευση των ελληνικών αρχών, σλαβικής αντίδρασης στον ως τότε βίαιο εξελληνισμό με καταστροφή ελληνικών εθνικών συμβόλων κλπ [45]. Από την πλευρά του, το ΕΑΜ, μαζί με το τμήμα των Σλαβομακεδόνων που οργανώνεται μέσα από αυτό ( το ΣΝΟΦ), εγκαινιάζει σε απελευθερωμένες περιοχές την ίδρυση σλαβομακεδονικών σχολείων για τα παιδιά της μειονότητας, πράγμα απολύτως διακριτό αλλά και αντιθετικό στην προσπάθεια βουλγαρικής επιρροής ( Κωστόπουλος (2000) σελ. 190-200) . Τα σχολεία αυτά και κάθε εαμική πολιτιστική πολιτική υπέρ των Σλαβόφωνων θα κατασταλούν άγρια, μετά την αποκατάσταση της αστικής εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα , την άνοιξη του 1945. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ «επαγρυπνούν» ώστε η δίκαιη κάλυψη των μορφωτικών δικαιωμάτων των Σλαβόφωνων να μην εγείρει την επιρροή των Βουλγάρων ή και άλλων παραγόντων προς την κατεύθυνση της Ανεξάρτητης Μακεδονίας (Κωστόπουλος (2000) σελ. 190, 192) και σε αντίθεση με τον κοινό απελευθερωτικό αγώνα. Αυτό είναι απολύτως συμβατό, άλλωστε, και με την συνολική προσπάθεια του ΕΑΜ για την αποτροπή μιας βουλγαροποίησης της ελληνικής Μακεδονίας και απόσχισής της από την Ελλάδα : το ΕΑΜ διοργανώνει μεγάλα συλλαλητήρια τον 7.1943 (ιδίως την 22-7-1943) κατά της επίσημης απόσπασης της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με αποτέλεσμα την αναστολή αυτής της διαδικασίας, ιδίως το συλλαλητήριο της 22-07-1943 , με μεγάλη νεολαιίστικη και φοιτητική συμμετοχή και πολλά θύματα, μαθητές, μαθήτριες κλπ . Η γενικότερη γραμμή του ΚΚΕ για τον ρόλο/συμμετοχή των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας στον εθνικό και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μπορεί να εξαχθεί σαφώς από την απόφαση της Δεύτερης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ( Δέκα Χρόνια Αγώνες οπ.π. σελ. 156 επ., 169 ) όπου το Κόμμα τάσσεται υπέρ της συμμετοχής όλων των εθνικών μειονοτήτων στον αγώνα , διατηρώντας την γραμμή των ίσων δικαιωμάτων, αλλά και επισημαίνοντας σαφώς την ανάγκη καθοδήγησης των εθνικών μειονοτήτων, ώστε να μην τις σφετερισθούν οι φασιστικές κατοχικές δυνάμεις. Το ΚΚΕ/ΕΑΜ δίνει σημαντικό αγώνα στην Κατοχή και κατά της βουλγαρικής κρατικής προσάρτησης και υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας με διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας στην ελληνική Μακεδονία και Θράκη.
    Από την άλλη πλευρά, η ανάδυση του γιουγκοσλαβικού απελευθερωτικού αντιφασιστικού αντάρτικου στρατού υπό τον Τίτο διαμορφώνει έναν νέο ισχυρό παράγοντα πολιτικής επιρροής στην περιοχή. Ο γιουγκοσλαβικός αντιστασιακός παράγων εγκαθιστά από το 1942-1943 και μετά στενή σχέση και επικοινωνία με το ΕΑΜ-ΚΚΕ , αλλά διατηρεί και στοιχεία μιας απολύτως αυτόνομης δικής του στρατηγικής, που κατατείνει στην επέκταση της υπό διαμόρφωση νέας Λαϊκής Γιουγκοσλαβίας μέσω του μακεδονικού ζητήματος. Σε αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο , η ένταξη σημαντικού τμήματος και της ηγεσίας του σλαβομακεδονικού πληθυσμού κατά της Βουλγαρικής κατοχής στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία αλλά και της πρώην ηγεσίας της αριστερής τάσης της IMRO ( με ηγετική μορφή Ντίμιταρ Βλάχοφ) στο μπλοκ και το κίνημα του Τίτο, και μετά από μια σειρά διενέξεων ανάμεσα στο ΚΚΒ στην περιοχή και στο κίνημα του ανερχόμενου κομμουνιστικού γιουγκοσλαβικού σλαβομακεδονισμού υπό τον Τίτο.. Πρόκειται για την πρώην ηγεσία της αριστερής IMRO και για άλλα σλαβομακεδονικά στελέχη, που θα ιδρύσουν το 1944 μέσω του ASNOM την ΛΔ Μακεδονίας και θα βάλουν πολιτικά και πολιτιστικά την βάση για μια δεύτερη σλαβομακεδονική εθνογέννεση, μετά από εκείνη της περιόδου 1893-1903, με ανοιχτό το ζήτημα της μακεδονικής επέκτασης και εδαφικότητας. Οι Γιουγκοσλάβοι παρεμβαίνουν προς την κατεύθυνση του ΕΑΜ –ΣΝΟΦ, και , μάλιστα δια του στελέχους τους Μπουκμάνοβιτς-Τέμπο , ζητούν να αναλάβουν αυτοί την οργάνωση και διοίκηση του ΣΝΟΦ εντός της ελληνικής Μακεδονίας, αποσπώντας τον πρακτικά από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ( Kofos 1964, σελ. 121-122). Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ θα αρνηθούν αυτήν την πρόταση αρχικά ευγενικά και μετά έντονα, , κατανοώντας τις εύλογες αρνητικές συνέπειές της σχετικά με τον στόχο της ενιαίας απελευθέρωσης της χώρας. Σχετικό με αυτό το ζήτημα, αλλά και με άλλες παραμέτρους, είναι και το θέμα αδυναμίας παγίωσης ενός ενιαίου βαλκανικού στρατηγείου μεταξύ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας. Θα ακολουθήσει το περιστατικό σύγκρουσης ομάδων του ΣΝΟΦ υπό τον Peyov με τον ΕΛΑΣ τον Απρίλιο του 1944 και εξώθησής τους εκτός Ελλάδας ( στην Γιουγκοσλαβία) από τον ΕΛΑΣ[46]. Αλλά και ο Gotsev, ο οποίος αναλαμβάνει την διοίκηση του ΣΝΟΦ μετά τον Peyov παραμένει υπό γιουγκοσλαβική επιρροή και περιέρχεται σταδιακά σε έντονη σύγκρουση με το ΕΑΜ ΕΛΑΣ, τελικά ένοπλη ( Kofos , σελ. 125-127) .
    Στο ζήτημα του «δεύτερου αντάρτικου» και του Εμφυλίου, και πάλι το μακεδονικό αποκτά μια επικαιροποίηση, καθώς συνδέεται έντονα με την εμφύλια διαμάχη και εσωτερικεύεται σε αυτήν. Η επικαιροποίηση συνδέεται και με το γεγονός ότι η άγρια καταστολή όχι μόνο των αριστερών αλλά και των Σλαβόφωνων/Σλαβομακεδόνων μετά το 1945 από το κράτος και τις παρακρατικές συμμορίες ( αναλυτικά σε Κωστόπουλο (2000) σελ. 200 επ.) και η εξώθηση ήδη το 1945 κάπου 20.000 ατόμων προς την Γιουγκοσλαβία οδήγησε σε στελέχωση σε σημαντικό βαθμό του ΔΣΕ στην Μακεδονία από σλαβόφωνα και σλαβομακεδονικά μέλη και στελέχη καθώς και στην δημιουργία ενός ισχυρού σλαβομακεδονικού πολιτικοστρατιωτικού τμήματος εντός του ΔΣΕ, του ΝΟΦ (NOF). Είναι γεγονός ότι το ΚΚΕ και ο ΔΣΕ στην διάρκεια του Εμφυλίου τάσσεται σαφώς και έμπρακτα υπέρ των δικαιωμάτων των Σλαβοφώνων/Σλαβομακεδόνων /Μακεδόνων , τους οποίους πιο καθαρά από ό,τι και στον Μεσοπόλεμο θεωρεί πια ως εθνική ομάδα και όχι μόνο ή όχι κυρίως ως πολιτιστική/γλωσσική. Επίσης, είναι αλήθεια ότι εκδίδονται και χρησιμοποιούνται εγχειρίδια της μακεδονικής/σλαβομακεδονικής γλώσσας από τον ΔΣΕ/ΚΚΕ στις κατεχόμενες περιοχές. Οι σχετικές αναφορές του Τ. Κωστόπουλου στο παραπάνω άρθρο του στην ΕφΣυν ( «Κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας») , ανεξάρτητα από την πολιτική στόχευση του άρθρου, λογικά είναι ακριβείς, αφού ανάλογες πηγές καιι πληροφορίες υπάρχουν και σε ιστορικούς άλλης πολιτικής στόχευσης[47]. Το σοβαρό ζήτημα που προκύπτει είναι και εδώ η σχέση με την γιουγκοσλαβική κομμουνιστική ανάμειξη ή και παρέμβαση στον πόλεμο που διεξάγει ο ΔΣΕ. Το ίδιο το πρόγραμμα του ΝΟΦ σαφώς κατατείνει στην κατάκτηση των εθνικών δικαιωμάτων του Μακεδονικού Λαού εντός της δημοκρατικής Ελλάδας. Αυτό είναι απόλυτα λογικό , καθώς ο Εμφύλιος δεν νοείται από το ΚΚΕ/ΔΣΕ μόνο ως ταξικός επαναστατικός πόλεμος ( σύγκρουσης με την ολιγαρχία-αστική ταξη και τον μοναρχοφασισμό στην κατεύθυνση της λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας) αλλά και ως εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος αρχικά κατά του βρετανικού και μετά κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, των ΗΠΑ. Δεν θα ήταν λογικό , στα πλαίσια ενός (και) εθνικοαπελευθερωτικού επαναστατικού πολέμου, να ανοίξει το ΚΚΕ ζήτημα εθνικής αυτοδιάθεσης των Ελλήνων Σλαβομακεδόνων , με την έννοια και της πιθανής απόσχισης από την Ελλάδα των περιοχών όπου αυτοί συγκεντρώνονται . Στον βαθμό, όμως, που το ΚΚΕ συνεργάζεται ως το 1948 με το κρατικό ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και δέχεται μέσω αυτού κυρίως την ενίσχυση της Κομινφορμ, και στον βαθμό που το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και ιδίως το ΚΚ ( γιουγκοσλαβικής) Μακεδονίας ισχυροποιεί το θέμα του ενιαίου μακεδονικού κράτους με επέκταση και προς τν Βουλγαρία αλλά και προς το Αιγαίο και πιέζεται και αυτή η ΛΔ Βουλγαρίας να μπει σε μια ευρύτερη Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας ή των Βαλκανίων γύρω από την Γιουγκοσλαβία, αυτή η μεγαλοκρατική πολιτική και προπαγάνδα σαφώς επηρεάζει και τον ΝΟΦ πολιτικά[48], η σχέση του οποίου με την Γιουγκοσλαβία είναι ισχυρή . Ουσιαστικά, ο ΝΟΦ , λόγω της ΛΔ Μακεδονίας έχει αντικειμενικά και ένα δεύτερο κέντρο, εκτός από το κέντρο του ΚΚΕ και της «κυβέρνησης του βουνού» μετά το 1947. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Αθήνας, για να συκοφαντήσει την «ανταρσία» ως «σλαβοβουλγαρική» εισάγει το 1946 το Γ’ Ψήφισμα για την απόσπαση εδαφών από την επικράτεια, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά κατά του κομμουνισμού.

    Το ζήτημα της σύντομης γραμμής της Πέμπτης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ ( Γενάρης 1949) θέτει ζήτημα αυτοδιάθεσης των Μακεδόνων μετά την νίκη των όπλων της Λαϊκής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με αυτήν την απόφαση :

    «Στη Βόρεια Ελλάδα ο Μακεδόνικος (Σλαβομακεδονικός) λαός τάδωσε όλα για τον αγώνα και πολεμά με μια ολοκλήρωση ηρωισμού και αντοθυσίας, πού προκαλούν τον θαυμασμό. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και της λαϊκής επανάστασης, ο Μακεδόνικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του, έτσι όπως την θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποχτήσει».

    Στο Συνέδριο μάλιστα του ΝΟΦ, στις αρχές Φεβρουαρίου 1949, ο Ζαχαριάδης μίλησε πολύ καθαρότερα για το «ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος , στα πλαίσια τα Βαλκανικής Ομοσπονδίας ( ανακοίνωση της 5/2/1949).

    Tα αποτελέσματα αυτής της νέας γραμμής ήταν πολύ αρνητικά για το ΚΚΕ/ΔΣΕ.. Όλοι οι κομμουνιστές που διώκονταν από το αστικό καθεστώς ή συλλαμβάνονταν ή δικάζονταν έπρεπε να απαντούν στην ποινική ή ηθική κατηγορία ότι συμβάλλουν στον εθνικό διαμελισμό της χώρας υπέρ των Σλαβοβουλγάρων και συχνά να εκτελούνται βάσει αυτής. Για μια ολόκληρη εποχή, η δεξιά ρητορική κατά του ΚΚΕ συνδέθηκε με την «προδοσία» και τον «σλαβοβουλγαρισμό», κάτι που προϋπήρχε μεν, αλλά τώρα, με την αφορμή αυτήν, γιγαντώθηκε. Οι λόγοι αυτής της γραμμής ήταν δύο ειδικότερα, στον συνδυασμό τους : α) το γεγονός ότι το 1949 περίπου η μισή δύναμη του ΔΣΕ ή ίσως και παραπάνω (11.000 άτομα κατά το στέλεχος του ΚΚΕ Παντελή Βαγενά το 1949) αποτελούνταν από Σλαβομακεδόνες /ισσες αγωνιστές/τριες, που το Κόμμα θεώρησε ότι έπρεπε να τους δώσει ένα επιπλέον ηθικό κίνητρο στην πολεμική τους προσπάθεια και β) κυρίως, όμως, η ρήξη Κομινφορμ-Τίτο τον 6.1948 έθεσε το σοβαρό ζήτημα ποιός από τους δύο (Κομινφορμ/Τίτο) θα έλεγχε πολιτικά και συνειδησιακά το δυναμικό του ΝΟΦ , από την στιγμή μάλιστα που ως το τέλος του 1948 το ΚΚΕ είχε πια ευθυγραμμισθεί πολιτικά με την Κομινφορμ-μετά από σύντομο δισταγμό. Στην συνέχεια, μάλιστα, το ΚΚΕ/ΔΣΕ, ξεκαθάρισε το ΝΟΦ από την γιουγκοσλαβική επιρροή με αποτέλεσμα αρκετά στελέχη του ΝΟΦ να φύγουν προς την ΛΔ Γιουγκοσλαβίας[49].

    Η σοβαρή στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ στον Εμφύλιο σήμανε μια πολύ μεγάλη διασπορά για τους Σλαβόφωνους ή και εθνικά Σλαβομακεδόνες ( από τους οποίος πια ένα σημαντικό τμήμα ταυτιζόταν με το εθνικό κέντρο της ΛΔ Γιουγκοσλαβίας εντός της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας) . Ένα τμήμα τους πέρασε στην ΛΔ Γιουγκοσλαβίας και έμεινε εκεί αποκτώντας την ιθαγένεια της Γιουγκοσλαβίας και της ΛΔ Μακεδονίας. Ένα άλλο πέρασε στην προσφυγιά του ΚΚΕ και διαχύθηκε μέσω αυτής στις ΛΔ της Κομινφόρμ και του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού». Ένα τρίτο μετανάστευσε στην Δύση ( Αυστραλία, Καναδάς κλπ), δημιουργώντας ένα ομογενειακό κέντρο της ΛΔ Μακεδονίας- ως προς το τμήμα αυτό, δεν επετράπη σε όσους ήθελαν, μετά το 1981, να ανακτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, κατ΄εξαίρεση των ρυθμίσεων για τους πολιτικούς πρόσφυγες του 1949.. Ένα τέταρτο έμεινε στην Ελλάδα , όπου υπέστη πολύ σημαντικές διώξεις, βιαιοπραγίες και εξευτελισμούς, με πλήρη άρνηση του πολιτιστικού ή/και εθνικού του χαρακτήρα ( και σε Κωστόπουλο (2000) σελ. 223 επ.).
    Τέλος, είναι γνωστό, για την περίοδο 1949-1991,ότι , λόγω του ονόματος της ΛΔ Μακεδονίας , της ίδιας της συγκρότησης εθνικής αφήγησης σε αυτήν και με αλυτρωτικά χαρακτηριστικά, αλλά , βεβαίως, και του οξυμμένου εθνικισμού/σωβινισμού του αντικομμουνιστικού μετεμφυλιακού κράτους στην Ελλάδα , ως το 1974, διατηρήθηκε ανοιχτή μια εθνική διαφορά μεταξύ Ελλάδας και ανασυγκροτημένης ( εντός της ΣΔ Γιουγκοσλαβίας) Σλαβομακεδονίας με αντικείμενο το όνομα του κρατιδίου και την έννοια της «μακεδονικότητας». Η διαμάχη αμβλύνθηκε, κάπως, από την ύπαρξη φιλικών σχετικά σχέσεων ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, λόγω της προσέγγισης της τελευταίας στην Δύση , μετά το 1950, και ιδίως μετά το Τριμερές Σύμφωνο Ελλάδας-Τουρκίας-Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Έτσι, ίσως μπορεί να κατανοηθεί και η αποδοχή από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα του όρου «Μακεδονία» στα σχολικά βιβλία για την ΛΔ Μακεδονίας, κατά τις δεκαετίες «πάλης κατά του σλαβοβουλγαρισμού» στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Ειδικά ,κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, της τελευταίας δεκαετίας της ενιαίας γιουγκοσλαβικής οντότητας, η ΣΔ της Γιουγκοσλαβίας, πιθανόν και λόγω της εσωτερικής της σοβούσας κρίσης , επαναφέρει «όψεις» του μακεδονικού με αποτέλεσμα τριβές στην σχέση με την Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου. Στην διαμάχη αυτήν, η Ελλάδα συμμαχεί σε σημαντικό βαθμό με την «σοσιαλιστική» Βουλγαρία του Τ. Ζίβκοφ [50]. Γενικώς, η Ιστορία των σχέσεων ΣΔ Γιουγκοσλαβίας και ΛΔ Βουλγαρίας περνά από πολλά «κύματα» εθνικών διαφορών, και πάλι για το τι είναι η μακεδονικότητα και η εθνική της κοιτίδα, κύματα σχετιζόμενα εν πολλοίς και με τις παλινωδίες στις σχέσεις ΕΣΣΔ-ΣΔ Γιουγκοσλαβίας (γειτνίαση επί Χρουστσόφ το 1955, ξανά απομάκρυνση επί Χρουστσόφ κλπ) .

    6.5. Ορισμένα πολιτικά συμπεράσματα από την παραπάνω συνοπτική εξιστόρηση του μακεδονικού ζητήματος :

    . 1.Με βάση τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι έχει υπάρξει μια αυτόνομη σλαβομακεδονική εθνότητα ή και έθνος στον 20ο αιωνα και μέχρι σήμερα-ζήτημα διακριτό από την επιλογή του ονόματος του κράτους στο παρόν , ιδίως στις διεθνείς σχέσεις του. Η εθνογέννεσή της έχει πολλές δυσκολίες και αντιφάσεις-πράγμα, όμως, που συναντούμε και σε πολλές σύγχρονες» εθνογεννέσεις» ή «εθνοανασυστάσεις» (δεν θα μπούμε εδώ σε αυτήν την θεωρητική συζήτηση). Μια ιδιαίτερη δυσκολία εδώ είναι ότι η σλαβομακεδονική εθνότητα «γεννάται» μέσα σε ένα υπερεθνικό κράτος ( την οθωμανική Αυτοκρατορία) , με τα (άλλα) βαλκανικά έθνη να έχουν ήδη προηγηθεί από καιρό και να έχουν συγκροτήσει εθνικά κράτη (ή συγκροτηθεί μέσω αυτών), με τάση προς την επέκταση.. Με ήδη συνεστημένα εθνικά κράτη , που θέλουν να επεκταθούν σε βάρος των Οθωμανών ή να «ολοκληρωθούν» εθνικά. Ο χώρος μέσα στον οποίο «αναπτύσσεται» είναι μια υπό διαμόρφωση εθνική σλαβική συνείδηση , σχετικά διακριτή από την σερβική ή βουλγαρική αλλά ρευστή -πάντως με διακριτή γλώσσα. Ο χώρος αυτός, έστω και με όχι πολύ καθαρό τρόπο, αρχικά αυτοορίζεται ως «μακεδονικός» ή «σλαβικός μακεδονικός» ή «μακεδονικος ορθόδοξος».

    2. Στην πρώτη φάση αυτής της «εθνογέννεσης», και με αναφορά σε εδάφη και πληθυσμούς που αφορούν τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας που θα μοιραστεί το 1913 ανάμεσα σε Βουλγαρία, Ελλάδα και Σερβία αλλά και τμήμα της ήδη Βουλγαρίας, διαμορφώνεται ένας πιο «φαρδύς» μακεδονισμός, που ουσιαστικά ταυτίζεται με την ένταξη όλου του σλαβομακεδονικού έθνους σε μια Μεγάλη Βουλγαρία (σαν ένα ευρύτερο μέτωπο του βουλγαρισμού) και ένας πιο «στενός» , που αποσκοπεί σε ένα κυρίαρχο κράτος, όμως βασικά σε συνομοσπονδία με την Βουλγαρία. Αυτός ο πιο στενός είναι αρχικά ανοιχτός και σε Μακεδόνες μη βουλγαρικής εθνικής συνείδησης. Πάντως, καμία τάση της α’ φάσης δεν αποχωρίζεται πλήρως και οριστικά από το μεγαλοβουλγαρικό εθνικό κέντρο.

    3. Στην πορεία, και οι δύο αυτές εκδοχές συμβαδίζουν με την πορεία του βουλγαρικού εθνικού κινήματος και επανακάμπτουν ως πρόσφυγες στην Βουλγαρία, μετά το Νειγύ (1919), μετά την βουλγαρική ήττα, με την εξαίρεση κάποιων σλαβόφωνων πληθυσμών στην Ελλάδα και κάποιων βουλγαριζόντων σλαβομακεδονικών πληθυσμών στην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Εδώ, υπό την επιρροή της προσφυγικής IMRO, ένα σημαντικό τμήμα αυτού του πληθυσμού αφομοιώνεται στην Βουλγαρία σε πολιτικά «δεξιά» κατεύθυνση και ένα άλλο τάσσεται προς μια «αριστερή» IMRO, διατηρώντας μια αυτονομία από το βουλγαρικό κράτος.

    4. Η αναδιάταξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου διαμορφώνει σταδιακά μια δεύτερη σλαβομακεδονική «εθνογέννεση» , αυτήν την φορά με πιο σαφές εθνικό κέντρο και αφήγηση. Το τμήμα των σλαβομακεδόνων κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, το οποίο περνά από την επιρροή του ΚΚΒ στην επιρροή του Τίτο , σε συνδυασμό με ένα τμήμα διανοουμένων και αγωνιστών τη ς πρώην «αριστερής» τάσης της IMRO, το οποίο «αλλάζει» εθνικό κέντρο, συγκροτούν τον κομματικοκρατικό και διανοητικό πυρήνα αυτής της δεύτερης φάσης. Πλέον, ο σλαβομακεδονισμός αποσπάται από τον βουλγαρομακεδονισμό και συγκροτεί αυτόνομη εθνική βάση.

    5. Σταδιακά, το μακεδονικό γιουγκοσλαβικό πολιτικό κέντρο γίνεται το κυρίαρχο σλαβομακεδονικό κέντρο , παρά τις βουλγαρικές αμφισβητήσεις του. Το κέντρο αυτό, ήδη από το 1944 (Συνέλευση του ASNOM) θέτει θέμα εθνικής ολοκλήρωσης και , άρα, επέκτασης και προς τις άλλες δύο Μακεδονίες. Βεβαίως, το κυρίαρχο κράτος της ΠΓΔΜ , μετά το 1991, δεν έχει τα μέσα –τουλάχιστον από μόνο του- για να προχωρήσει σε μια τέτοιου τύπου εθνική ολοκλήρωση, η οποία θα προϋπέθετε βαλκανικό πόλεμο. Πλην, όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι υπάρχουν όχι ασήμαντα τμήματα της κοινής γνώμης και του πολιτικού προσωπικού, τα οποία έχουν μια τέτοια αλυτρωτική αντίληψη. Το ζήτημα του προσδιορισμού του ονόματος της χώρας αλλά και του ονόματος της ιθαγένειας/εθνικότητας συνδέεται με την αναπαραγωγή αυτού του αλυτρωτισμού ως αγκάθι στις σχέσεις τω ν δύο χωρών. Μια σύνθετη ονομασία σε όλα τα επίπεδα (παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια αυτοτελής σλαβική γλώσσα, «μακεδονική» ή σλαβομακεδονική) θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση αυτού του ιστορικού προβλήματος με δίκαιο τρόπο.

    6. Τα παραπάνω δεν αναιρούν καθόλου την αναγκαία καταδίκη ιστορικών διώξεων του ελληνικού κράτους κατά των πολιτιστικών , γλωσσικών δικαιωμάτων των σλαβόφωνων , παλιότερων ή πρόσφατων. Όμως, και η εικόνα ενός ελληνικού κράτους, το οποίο μόνο αυτό «καταπίεζε» , «δίωκε», «προσέβαλε» εθνότητες και μειονότητες στα Βαλκάνια, εν μέσω μιας αγαστής και ειρηνικής συμβίωσης των άλλων εθνικών κρατών είναι και αυτό μια μονομερής υπερβολή. Η καταπίεση των άλλων εθνών ή εθνοτήτων υπήρξε διάσταση της εθνικής επέκτασης ή ολοκλήρωσης όλων των βαλκανικών εθνικών κρατών.

    7. Για το ζήτημα των «εθνικών-εθνικιστικών» συλλαλητηρίων του 2018/2019: δυσκολίες, αντιφάσεις, προβλήματα και περιχαρακώσεις

    Ο λόγος που έχουμε χρησιμοποιήσει ως εδώ μια αντιφατική διπλή ορολογία ή ονομασία για αυτά τα συλλαλητήρια προδίδει μια αντικειμενική αντίφαση εν τοις πράγμασι, αν όχι και μια υποκειμενική μας αμφιθυμία. Τα πράγματα δε ν είναι τόσο καθαρά όσο τα περιγράφουν οι σ. της υπερδιεθνιστικής Αριστεράς ή ακόμη λιγότερο της αναρχίας («ακροδεξιά εθνικιστικά μαζώματα και συγκεντρώσεις», «κοιτίδα του φασισμού» κλπ ). Επίσης, δεν είναι τόσο καθαρά όσο τα περιγράφουν δυνάμεις ή απόψεις στην Αριστερά , συμπαθείς κατά κάποιον τρόπο προς αυτά ( « ανάδυση του λαϊκού παράγοντα μέσα από αυτά»). Είναι αρκετά γκρίζα. Αυτήν την γκριζάδα, με τις φωτεινές αλλά και σκοτεινές φωτοσκιάσεις της, φιλοδοξούμε κυρίως να αναδείξουμε, με μια σύντομη τοποθέτηση σχετικά με αυτά και τον κόσμο τους, και να ενισχύσουμε τον σχετικό προβληματισμό .

    Τα συλλαλητήρια αυτά δεν συνέβησαν στο χωροχρονικό πουθενά. Μι α τοποθέτηση που κινείται στο φάσμα «εθνικό» = κακό-αντιδραστικό , «διεθνικό ή αντεθνικό» =καλό-ριζοσπαστικό , είναι μια μεταφυσική φιλοσοφικά και πολιτικά τοποθέτηση. Βλέπει τα πράγματα με έναν στατικό και αντιδιαλεκτικό τρόπο , και μάλιστα όχι επικυρούμενο ή διαψευδόμενο από την εμπειρική πραγματικότητα- είναι πάντοτε αυτοεπικυρούμενη και αυτοαναφορική .Υπάρχουν εθνισμοί/πατριωτισμοί που λειτουργούν κατά των άλλων εθνών αποκλειστικά, ως εθνικισμοί/σωβινισμοί, και εθνισμοί ή αναφορές στην εθνική ανεξαρτησία που συγκροτούν λαϊκές και κοινωνικές αντιστάσεις, όπως το ΕΑΜ και όλη η παράδοση των αντιμπεριαλιστικών-σοσιαλιστικών επαναστάσεων στις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας κατά τον 20ο αιώνα. Ο λόγος που διατυπώνεται, καθώς και το ιστορικό πλαίσιο , μέσα στο οποίο διατυπώνεται αυτός ο λόγος, βοηθούν , αν όχι πάντοτε αλλά σχεδόν πάντοτε, να βρούμε την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο παραλλαγές.

    Τα συλλαλητήρια συνέβησαν στον όγδοο χρόνο της πολιτικής των Μνημονίων και της πολύ εντονότερης από παλιότερα πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης του ελληνικού καπιταλισμού και αστικού κράτους από τον ιμπεριαλισμό των ΕΕ-ΗΠΑ. Ενώ η Ελλάδα, παρά την ψευδή επίκληση περί «εξόδου», είναι βαθιά χωμένη στο μνημονιακό –υπερκαπιταλιστικό και νεοφιλελεύθερο τούνελ. Από πολλές απόψεις , η Ελλάδα όχι μόνο ως αστικό κράτος αλλά και ως εθνικό αστικό κράτος και ως κοινωνία και ως δεσπόζουσα κυρίαρχη αριθμητικά εντός του πληθυσμού της εθνική κοινότητα έχει υποστεί μια έντονη υποβάθμιση και ταπείνωση. Αυτό αντανακλάται κυρίως στο «έθνος» των λαϊκών τάξεων και των εργαζομένων, με την πολύ σημαντική απώλεια εισοδήματος , κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων και υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας και των συμμάχων της. Στην ανεργία, την καταστολή , την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας στα ντόπια και ξένα μονοπωλιακά συγκροτήματα.

    Αντανακλάται στην υποβάθμιση της δημοκρατίας (ακόμη και με την αστική κοινοβουλευτική έννοια), την ομογενοποίηση του πολιτικού συστήματος σε αντιδραστική κατεύθυνση , την νοσηρή τροπή του κοινοβουλευτισμού, την σχεδόν πλήρη ταύτιση κυβερνώσας «Αριστεράς» και αντιπολιτευόμενης Δεξιάς.

    Αντανακλάται στην μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών σε όχημα ψήφισης των επιλογών της ΕΕ και της ηγεσίας της ΕΕ /ευρωζώνης και σε χώρο τραγικοκωμικών συναλλαγών και εξαχρείωσης, που θυμίζουν έντονα καλοκαίρι του 1965 . Στην απώλεια κάθε μορφής λαϊκής κυριαρχίας και στην καταστροφή κάθε μορφής πολιτικής εκπροσώπησης..

    Σε αυτές τις συνθήκες , ένα μεγάλο μέρος του «λαού» ως εκλογικού σώματος αλλά και του «λαού» των εργατικών και λαϊκών τάξεων νοιώθει ότι μαζί με την ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση υφίσταται ταυτόχρονα και εθνική καταπίεση και ταπείνωση. Αυτή η αίσθηση είναι μια γνήσια και αληθινή αίσθηση. Η εθνική ταπείνωση δεν είναι μια ψευδοέννοια, όπως και η εθνική κοινότητα δεν είναι απλώς μια ιδεολογική ψευδοέννοια ή μια ψευδής «κατασκευή»[51]. Ένα εθνικό κράτος που έχει απωλέσει κάθε σοβαρή δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και λαϊκής /εθνικής κυριαρχίας , αλλά και μια εθνική κοινότητα που έχει μπει σε αυτήν την τροχιά ( δηλαδή μια εθνική κοινότητα ,με την έννοια του Στάλιν οπ.π., μια κοινότητα Ιστορίας, γλώσσας, πολιτισμού, κοινωνικών και οικονομικών στοιχείων, ιδιαίτερων εθνικών γνωρισμάτων ) βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης. Οι άνθρωποι που βιώνουν αυτήν την κρίση (που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική-πολιτιστική-κρίση κρατικής υπόστασης κλπ ) είναι λογικό να την βιώνουν και ως εθνική ταπείνωση . Ταπείνωση που δεν οφείλεται, βεβαίως, καθόλου στην ΠΓΔΜ αλλά στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ΕΕ/ΗΠΑ και στην αστική τάξη, η οποία συμμαχεί και συνεργάζεται μαζί τους. Όμως, οι άνθρωποι και οι τάξεις συχνά βιώνουν μια υπαρκτή κατάσταση με ψευδή ή φανταστικό ή λανθασμένο τρόπο, η βίωση δεν είναι απλώς μια ευθεία αντανάκλαση της πραγματικότητας, διαμεσολαβείται από την υποκειμενικότητα αλλά και από την ιδεολογία, όχι μόνο ως «ψευδή συνείδηση» αλλά και ως μετάθεση και φανταστική βίωση από τα άτομα ή και τις συλλογικότητες της υλικής πραγματικότητας, με στοιχεία πραγματικά και μη πραγματικά[52] . Για παράδειγμα η «απώλεια της Μακεδονίας» , που κατά τον κόσμο αυτόν είναι μόνο ελληνική ( έχουμε πει παραπάνω σαφώς ότι δεν είναι μόνο ελληνική, κατά την άποψή μας) προστίθεται ως εμπειρία απώλειας στον μισθό, στη εργασιακή ασφάλεια, στην απώλεια της δημόσιας περιουσίας, στην απώλεια κυριαρχίας της χώρας. Δεν είναι, όμως, καθαρό, ποιος είναι ο «εχθρός». Σχηματίζεται η εικόνα, που όντως έχει στοιχεία εθνικισμού, ότι αφού μας ταπείνωσαν οι Μεγάλοι τώρα μας ταπεινώνουν και οι Μικροί. Αυτό βιώνεται ως το οριστικό «τραύμα». Όμως, η πηγή του «τραύματος» , παρά την «λάθος» βίωσή του, είναι γνήσια και πλήρως αντίστοιχη στην αντικειμενική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

    Τα συλλαλητήρια για το «μακεδονικό» ήταν κατά κύριο λόγο απαρτιζόμενα κοινωνικά από κόσμο των κατώτερων ή υποτελών τάξεων ( αγρότες, εργάτες, άνεργοι, υπάλληλοι, μικροαστοί), περιλαμβανομένων των τάξεων της παρακμασμένης μικροϊδιοκτησίας και των καταρρεόντων μεσαίων στρωμάτων (για τα οποία οι διάφορες Αριστερές, με την πιθανή μερική εξαίρεση του ΚΚΕ και της ΛΑΕ, τοποθετούνται μάλλον περιφρονητικά, αν δεν χαίρονται που με την κατάρρευσή τους…. ξεκαθαρίζει το ταξικό τοπίο με τους δύο «αυθεντικούς» πόλους του, εργασία και μεγάλο κεφάλαιο ) . Δεν ήταν, κυρίως, κόσμος της μεγαλοαστικής τάξης, της διανόησης ή της πιο «κοσμοπολίτικα» στραμμένης ανώτερης εργατικής αριστοκρατίας ή της διανοητικής νέας μικροαστικής τάξης, και αυτό ήταν και οπτικά ακόμη εμφανές. Ουσιαστικά, η κοινωνική και ταξική κρίση των στρωμάτων που συμμετείχαν, μέσα από μια δευτερογενή επεξεργασία όπου παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, μεταμορφώθηκε και διαμεσολαβήθηκε σε αποκλειστικά «εθνική κρίση». Η δε «εθνική κρίση και καταπίεση» από την πλευρά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων , η οποία έχει και πολύ πραγματικές, τραγικά πραγματικές αντικειμενικές όψεις και βιώσεις, μεταφράστηκε ως εθνική καταπίεση ή και εθνική προσβολή και επιβολή από την πλευρά των «Σκοπίων» , ως μακεδονομαχισμός, ως κιτς παραστάσεις με πανοπλίες, άλογα , Μεγαλέξανδρους κλπ κλπ. Παρά το γεγονός ότι αυτός ο λαϊκός κόσμος δεν κατέβηκε με όρους ταξικής συνειδητότητας ή αναγνώρισης και , κυρίως, δε ν έστρεψε την κριτική του στο άλογο ( τους ιμπεριαλιστές και το ΝΑΤΟ, την ελληνική αστική τάξη ) αλλά στο σαμάρι («τα Σκόπια») , παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της Αριστεράς όχι μόνο δεν παρεμβαίνει στα «εθνικά ζητήματα» αλλά θεωρεί ότι υπάρχουν μόνο «εθνικιστικά ζητήματα» , με αποτέλεσμα μέσα σε αυτήν την ρευστότητα συχνά το «εθνικό» να ηγεμονεύεται από τον εθνικισμό και την Ακροδεξιά ως τάση, η θέση ότι όλος ο κόσμος που μετείχε σε αυτά τα συλλαλητήρια ήταν συλλήβδην ακροδεξιός και όχημα του φασισμού ήταν μια βαθιά λανθασμένη και ελιτίστικη πολιτική θέση. Και μάλιστα μια θέση που ωθεί , αντιπαραθετικά, ακόμη περισσότερο τον κόσμο αυτόν προς τον εθνικισμό και την Δεξιά , με την μορφή της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Όταν δεν τον λοιδωρεί αισθητικά για τα τσεμπέρια, για το τι φοράει, για την κακή του αισθητική, την ασχήμια των συνθημάτων του, τα κιτς πανώ του, την «πρωτόλεια» εικόνα των εκπροσώπων του στα ΜΜΕ κλπ. Ξεχνώντας ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής όταν γίνεται το μείζον, ή και η αποδοχή λ.χ. της κρατικής καταστολής εναντίον αυτού του κόσμου είναι , επίσης, εκτός από ελιτίστικη και μια ακροδεξιά πολιτική πρακτική. Η μια Ακροδεξιά ( η φιλελεύθερη) τροφοδοτεί την άλλη (την εθνικιστική).

    Η Αριστερά, στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν κάθησε να προβληματιστεί για το αν η «εθνική ανησυχία» αλληλοσυνδέεται με την ταξική έκπτωση και καταπίεση των λαϊκών τάξεων (όπου περιλαμβάνεται και η διαλυμένη μικροαστική τάξη και όχι μόνο η εργατική) και για τον αν έχει υλική βάση σε συνθήκες αποικιοποίησης εν μέρει της χώρας. Θεώρησε ότι είναι απλώς μια ακόμη κλασσική, κλασσικότατη Βαϊμάρη. Όπου, κατά το γράμμα του «προφήτη» Τρότσκυ, οι αγανακτισμένοι μικροαστοί γίνονται πάντοτε όχημα της εθνικιστικής αστικής τάξης. Εδώ, δεν εξετάζεται α) ούτε αν η αστική τάξη στην Ελλάδα όντως έχει σήμερα ως κύρια επιλογή τον φασισμό και τον εθνικισμό παραδοσιακού τύπου, όπως είχε η γερμανική αστική τάξη προς το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και, άρα, αν η σχετικά ορθή ανάλυση του Τρότσκυ τότε[53]συμπίπτει με την σημερινή κατάσταση β) ούτε αν υπάρχουν και κομμάτια με δημοκρατική πολιτική συνείδηση μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο γ) ούτε αν η ίδια η Αριστερά βρίσκεται σε μια χώρα όπου δεν έχει εξασφαλισμένη πια την εθνική της υπόσταση και συνέχεια, όπως δεν έχει , ακόμη λιγότερο, την δημοκρατική της υπόσταση.. Όλα αυτά δεν αποτελούν προβλήματα για αυτήν την Αριστερά.

    Με όλα αυτά δεν θέλουμε να αρνηθούμε, σε καμία περίπτωση, ότι σε αυτά τα συλλαλητήρια μετείχαν ακροδεξιές, χρυσαυγίτικες και φασιστικές δυνάμεις , αναπτύχθηκε, συχνά με δεσπόζοντα τρόπο, ακροδεξιός λόγος κατά των γειτόνων μας , σωβινιστικές πρακτικές, επιθέσεις κάποιων ρατσιστικών στοιχείων κατά κινηματικών πρακτικών ( π.χ. καταλήψεων) κλπ Όλα αυτά είναι πασιφανή. Επίσης, η παρουσία ιστορικών προσωπικοτήτων της Αριστεράς όπως ο Μ. Θεοδωράκης συνοδεύτηκε από σοβαρά πολιτικά προβλήματα στην εκφορά του πολιτικού τους λόγου, χωρίς αυτό να νομιμοποιεί τον μετά από αυτό πολιτικό κανιβαλισμό κατά του Μ. Θεοδωράκη και εξ «αριστερών» και εκ των ακροδεξιών. Από την άλλη πλευρά, όμως, ούτε είναι αλήθεια ότι στα χρόνια των μνημονίων αριστεροί και εθνικιστές/ακροδεξιοί ή απλώς δεξιοί δεν «συναντήθηκαν» στον δρόμο σε διαμαρτυρία για κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα και κατά της ψήφισης των Μνημονίων. Αυτό τότε ( λ.χ. το 2010 και το 2011) δεν κρίθηκε απαράδεκτο, ενώ για το «μακεδονικό» κρίνεται.

    Ούτε θέλουμε να πούμε ότι ήταν εύκολη υπόθεση όχι η ηγεμόνευση των δυνάμεων της Αριστεράς σε μια τέτοια μαζική κινητοποίηση, ιδίως στον βαθμό που η Αριστερά σε μεγάλο βαθμό ούτε έχει σχέση ιδιαίτερη (πλην του ΚΚΕ) με τον απλό λαϊκό κόσμο, και έξω από διανοητικές μεσολαβήσεις, αλλά ούτε και έχει προετοιμαστεί επί χρόνια για μια τέτοια συγκυρία αλλά και αυτή ακόμη η απλή πολιτική της συμμετοχή σε τέτοιες μαζικές κινητοποιήσεις, όπως τα εθνικά-εθνικιστικά συλλαλητήρια .

    Αυτό που σίγουρα ήταν και είναι λάθος για την υπαρκτή Αριστερά είναι η ιδεολογική περιχαράκωση απέναντι σε αυτό το ακροατήριο , η αντιμετώπιση αυτού του κόσμου ως ενιαίου εθνολαϊκιστικού, αν όχι καθαρά φασιστικού, «μαύρου μπλοκ» υπό την ακροδεξιά έννοια και η απόλυτη απροθυμία οργανωμένης πολιτικής παρέμβασης σε αυτόν τον κόσμο με τις «κοινωνικοεθνικές» ανησυχίες αλλά και τις εθνικιστικές μεταμορφώσεις αυτών των ανησυχιών, ελλείψει ενός πολιτικού προγράμματος που να συνδέει το σοσιαλιστικό/ ταξικό των λαϊκών τάξεων με το εθνικοανεξαρτησιακό , το ριζοσπαστικά πατριωτικό και το αντιμπεριαλιστικό. Ακόμη και αυτό το ΚΚ Γερμανίας στην Βαϊμάρη , το οποίο κανείς σοβαρά (πλην κάποιων αστόχων διατυπώσεων του Πουλαντζά στο «Φασισμός ή Δικτατορία», Αθήνα 1975 , σελ. 250 επ., όπου μιλά για σοσιαλσωβινισμό του ΚΚΓ , χωρίς να το τεκμηριώνει επαρκώς) δεν το έχει κατηγορήσει ως σοσιαλ-εθνικιστικό κόμμα, μιλούσε το 1929-1933 για την ταξική και εθνική απελευθέρωση των Γερμανών από την υποτέλεια στην Αντάντ και την Συνθήκη των Βερσαλλιών και την ταπείνωση (λόγοι του ίδιου του Ταίλμαν στην γερμανική Βουλή). Στην έστω ηττημένη και «ταπεινωμένη» αλλά πάντοτε υπερβιομηχανική, στρατοκρατική και ιμπεριαλιστική Γερμανία και όχι σε μια χώρα μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης με σοβαρή κατακρήμνιση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας τα τελευταία χρόνια, και με προσωπικότητες όπως ο κ. Πρέσβης των ΗΠΑ, που όχι απολύτως διακριτικά παρεμβαίνουν στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας. Το ότι το ΚΚΓ απηύθυνε τότε αυτήν την πρόσκληση ήταν αποτέλεσμα της αίσθησης σε ευρύτερο λαό της εθνικής ταπείνωσης των Βερσαλλιών ως σύμφυτης με την ταξική, και όχι αποτέλεσμα κάποιου «σοσιαλσωβινισμού , που επινοεί η ανακαλύπτει ο Πουλαντζάς παραπάνω[54] ( τέτοιες σωβινιστικές τάσεις υπήρξαν όντως στο ΚΚΓ με την γραμμή Σλάγγετερ και τον λεγόμενο «εθνομπολσεβικισμό» το 1923, αλλά όχι στα 1928-1932).

    Η στάση περιχαράκωσης και μονομερούς ηθικολογικής καταδίκης απέναντι στα εθνικά- εθνικιστικά συλλαλητήρια και ιδίως στον ευρύτερο λαϊκό κόσμο που μετείχε σε αυτά υπήρξε ακόμη ένα πεδίο πολιτικής απουσίας της πλειοψηφίας της Αριστεράς, βαθέματος της ιδεολογικής, πολιτικής αλλά και υπαρξιακής πια κρίσης της.

    8. Η Συμφωνία των Πρεσπών ως πεδίο ριζικής ηγεμόνευσης τμήματος της Αριστεράς από τον «κεντροαριστερό» ΣΥΡΙΖΑ : κοινό σημείο ο κοσμοπολίτικος και «αντιεθνικιστικός» αγώνας

    Πολλά κείμενα διανοουμένων, στελεχών και προσωπικοτήτων της Κεντροαριστεράς, της Αριστεράς αλλά και του ακραίου Κέντρου κυκλοφόρησαν πρόσφατα , προκειμένου να δώσουν ηθικό κύρος «από τα αριστερά» στην Συμφωνία των Πρεσπών. Ευτυχής κατάληξη, ειρηνική και φιλική πολιτική για τους λαούς, σύμπλευση των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και ΠΓΔΜ, χτύπημα στους εθνικισμούς, ανάδειξη των αριστερών και προοδευτικών διεθνιστικών αρχών κλπ. Ανάμεσά τους πρώην διανοούμενοι και στελέχη του ΠΑΣΟΚ Σημίτη, διανοούμενοι και στελέχη της κυβερνώσας Ανανεωτικης Αριστεράς, πραγματικοί σε ορισμένες περιπτώσεις αγωνιστές/τριες της Αριστεράς στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, που διαφοροποιήθηκαν το 2015 από αυτόν, αλλά και άνθρωποι των ΜΚΟ , του συστήματος Σόρος , του ψευτοφιλανθρωπισμού-δικαιωματισμού κλπ

    Για άλλη μια φορά, προκύπτει κατ’ αρχάς η κρίση και έκπτωση της αριστερής διανόησης , και η καθεστωτική της τάση, πράγμα που έχουμε διαπιστώσει προ μιας εικοσαετίας τουλάχιστον[55], κατά την εποχή της «σημιτικής ευμάρειας». Ήδη από την δεκαετία του 1980, και πιο συστηματικά από την έναρξη της εποχής Σημίτη, ένα δυναμικό διανόησης, πανεπιστημιακών κλπ , στρατεύεται υπέρ μιας «Αριστεράς», στραμμένης πια όχι στην κοινωνική ανατροπή αλλά ούτε και στην κοινωνική αναδιανομή κυρίως , παρά στην οικονομική ανάπτυξη , στον ευρωπαϊσμό, στην επιλεκτική χρήση και εφαρμογή του κράτους προνοίας και στην νομιμοποίηση ενός ήπιου φιλελευθερισμού («επέκταση των δικαιωμάτων προς τα κάτω» κλπ) αλλά και νεοφιλευθερισμού. Η στροφή από τον αναδιανεμητικό «λαϊκισμό» του Παπανδρέου στον αντιλαϊκίστικο δικαιωματικό «εκσυγχρονισμό» του Σημίτη, το όραμα ένταξης στην ΟΝΕ κλπ ήταν το σημείο καμπής, το οποίο προσήλκυσε ιδίως τους διανοούμενους της Ανανεωτικής Αριστεράς και του ΚΚΕ Εσωτερικού προς μια ευρωπαϊκή νεοσοσιαλδημοκρατία ή σοσιαλφιλελευθερισμό. Τότε, εμφανίζεται για πρώτη φορά με αξιώσεις ένα πανεπιστημιακό ρεύμα , το οποίο στρέφεται στην απαλλαγή των σχολικών βιβλίων από τον «εθνικισμό» ( κάτι που από μόνο του δεν θα ήταν αρνητικό, αλλά οδήγησε σε αντίθετες ακρότητες, όπως τα περί «συνωστισμού στην Σμύρνη» της κ. Ρεπούση και του ευρύτερου ρεύματος του καθηγητή Α.Λιάκου κλπ ), στην ένταξη πια του ελληνικού έθνους σε ένα ομογενοποιημένο ευρωπαϊκό έθνος, στην σύμπλευση με «αντίπαλες εθνικές αφηγήσεις», στην αποδόμηση και των θετικών δημοκρατικών όψεων της ελληνικής εθνικής πορείας κλπ. Η φιγούρα, ιδίως, του γνωστού καθηγητή Α. Λιάκου και της ιδεολογικής σχολής που παρήγαγε έχει μια κεντρικότητα σε αυτόν τον ιδεολογικό σχηματισμό. Η αντίθεσή μας με αυτόν τον «αποδομητικό διεθνισμό» εκφράσθηκε και το 2000 με το άρθρο μας «Επικίνδυνες Σχέσεις-ιστορική Αριστερά και εθνικισμός, διανόηση και αντιιμπεριαλϊστικό κίνημα» , περ. Θέσεις τ. 72/2000 και με το επόμενο απαντητικό άρθρο μας σε κριτικές που έγιναν στο προαναφερόμενο άρθρο από μέλη της ΣΕ του περιοδικού, με τον τίτλο «Αριστερά και Έθνος», περ. Θέσεις τ. 74/2001. Ουσιαστικά, τα δύο αυτά άρθρα, με μια εκτενή αναφορά στο εθνικό ζήτημα, σύμφωνα με τους κλασσικούς του μαρξισμού, και την σχέση εθνικού/κοινωνικού συμπλήρωσαν και ολοκλήρωσαν την αρχική ιδεολογική και θεωρητική κριτική μας του 1997 στην φιλοεκσυγχρονιστική αριστερή διανόηση, κατά το γεγονός ότι το κείμενό μας του 1997 εστίαζε στην στροφή των διανοουμένων προς τον σοσιαλφιλελευθερισμό ως προς το κοινωνικό/ταξικό μέτωπο , αλλά αγνοούσε ή υποτιμούσε κάπως κάπως την διάσταση «ευρωπαϊσμός» κατά «εθνικισμού» και την μετα-εθνική διάσταση του αριστερού εκσυγχρονισμού αλλά και τμήματος της μη σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς.

    Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η αριστερή διανόηση, και το τμήμα της που είχε ταχθεί υπέρ του Σημίτη ( ιδίως ο κύκλος τω κεντροαριστερών πανεπιστημιακών αλλά όχι μόνο) αλλά και το τμήμα της που προέρχεται από τον Συνασπισμό/ΚΚΕ Εσωτερικού , και δεν είχε εμπλακεί με τον Σημίτη, ή σε κάποιον βαθμό και ένα τμήμα διανόησης και στελεχών και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά επιχειρεί μια στρατηγική σύγκλιση με την τρέχουσα ιμπεριαλιστική και δήθεν αντιεθνικιστική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του αστικού κράτους μας. Το πεδίο αυτής της σύγκλισης είναι :
    Ένα δήθεν αντιεθνικιστικό μέτωπο , απομόνωσης του εθνικισμού-Ακροδεξιάς-φασισμού, ο οποίος υποτίθεται κιόλας ότι είναι η αναμφισβήτητα κύρια γραμμή του αστικού κράτους και της αστικής διαχείρισης σήμερα.
    Ένα μέτωπο πλήρους αποκοπής από τις όποιες ανησυχίες τμημάτων της κοινωνίας για το μέλλον του εθνικού κράτους και της ελληνικής εθνικής κοινότητας, σαν το πρόβλημα ή να μην υπάρχει ή να είναι αποπροσανατολιστικό από την ταξική πάλη. Το ζήτημα συνοψίζεται από το ηπιότερο « όποιος νοιάζεται για τα εθνικά είναι με την ενότητα με την αστική τάξη» ως το εντονότερο «όποιος κοιμάται πατριώτης, ξυπνά φασίστας». Πρόκειται για τοποθετήσεις εξαιρετικά ελιτιστικές και ξένες προς το λαϊκό αίσθημα.
    Ένα μέτωπο, το οποίο άμεσα ή έμμεσα θεωρεί ότι η αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών συνιστά ήττα του εθνικισμούκαι , άρα, δεν μπορείς από τα αριστερά να της αντιπαρατεθείς κινηματικά , καθώς αυτό «θα ευνοούσε τον εθνικισμό». Πρόκειται για μια έμμεσα φιλοϊμπεριαλιστική και φιλονατοϊκή πολιτική τοποθέτηση.
    Αυτή η στάση μόνο υποκριτικά είναι μια στάση φιλική ή διεθνιστική προς τον σλαβομακεδονικό λαό. Όταν ο λαός της ΠΓΔΜ απείχε συντριπτικά από το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου 2018, πολλοί από τους παραπάνω «αντιεθνικιστές» είπαν ότι ουσιαστικά έπεσε… … θύμα του εθνικισμού του αντιπολιτευτικού εθνικιστικού VMRO κλπ . Συνεπώς, αυτή τάση συμπαραστέκεται στον λαό της ΠΓΔΜ, μόνο όταν αυτός πρακτικά συγκλίνει με την δική της ευκταία πολιτική στάση, δηλ. την άμεση ή έμμεση υποταγή στον δυτικό ιμπεριαλισμό.

    Παρατηρούμε, όμως, εδώ και μια πολύ ευφυή εκμετάλλευση αυτής της τάσης της αριστερής διανόησης ή και στελέχωσης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ορθώνοντας το ζήτημα «είστε με την διεθνιστική Συμφωνία ή με τον εθνικισμό;» , η κυβέρνηση και οι μηχανισμοί της διασπούν και την Αριστερά στα αριστερά της κυβέρνησης , αλλά και την κοινωνία, μέσα από μια νέα διαιρετική γραμμή και τομή. Πλέον, το δίλημμα δεν είναι το «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» ή έστω το πιο επικαιροποιημένο «με την ακραία καπιταλιστική –νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης ή εναντίον της» αλλά το δίλημμα «είστε με τον εθνικισμό ή την φιλία των λαών; Είστε με την δημοκρατία και τον ευρωπαϊσμό ή με τις ακρότητες των Μακεδονομάχων και με την διογκούμενη Ακροδεξιά;». Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συμβάλει προπαγανδιστικά στο να ξεχαστεί η ταξική, αντιδημοκρατική και φιλοιμπεριαλιστική της πολιτική και στο να αναγεννηθεί ως δημοκρατική, διεθνιστική, προοδευτικά ευρωπαϊστική δύναμη. Αν το κύριο ζήτημα δεν είναι η ταξικότητα και ο φιλοϊμπεριαλισμός/ συστημικός ευρωπαϊσμός αλλά ο «εθνικισμός» και η εκ νέου «άνοδος του φασισμού» , τότε πια δεν έχουμε την σύγκρουση του λαού με τα συστημικά κόμματα αλλά την αναγκαία συστοίχιση του λαού και των διανοουμένων ως εκφραστών του με το μικρότερο κακό, αυτήν δηλαδή την αστική πτέρυγα που κλείνει τις εθνικές συγκρούσεις, ενισχύει τον διεθνισμό και την ειρήνη, καταπολεμά τον εθνικό φανατισμό και την Ακροδεξιά, δηλ. την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η απάντηση είναι εύκολη , όσο το δίλημμα τίθεται με αυτόν τον μετατοπισμένο τρόπο : «Τι να κάνουμε; Θα ψηφίσουμε ΣΥΡΙΖΑ. Αν δεν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο εθνικισμός και η Ακροδεξιά θα αφηνιάσουν ». Πολλοί σκέφτονται έτσι, ακόμη και στην «αντικαπιταλιστική Αριστερά», απλώς ντρέπονται να το πουν ή να το γράψουν. Θα ενεργήσουν αντίστοιχα υπό την μυστικότητα της κάλπης ή, πάντως, θα στρώσουν τον δρόμο στον ΣΥΡΙΖΑ να ενεργήσει έτσι, έχοντας αντίστοιχα «αντιεθνικιστικά» κέρδη στην κάλπη.

    Η μετατόπιση σχεδόν συστηματικά πια και ενός τμήματος της ριζοσπαστικής/αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με διανοούμενα και μεσοστελεχικά χαρακτηριστικά στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας προς αυτήν την θέση του διλήμματος, ακόμη και αν αυτό δεν λέγεται ευθέως αλλά έμμεσα μόνο , είναι αποτέλεσμα:

    -της κοπής κάθε ομφάλιου λώρου με την λαϊκότητα, με τις παραστάσεις των εργατικών και πραγματικών και όχι των «μυθικών» λαϊκών τάξεων και στρωμάτων.

    -της βαθύτερης διασύνδεσης αυτής της Αριστεράς με μια μεσοαστική διανόηση «νομαδικού τύπου» και ακαδημαϊκής συγκρότησης, η οποία αποκόπτεται σχετικά ριζικά από τους εθνικούς και λαϊκούς κοινωνικούς δεσμούς. Η μεγάλη μετανάστευση τμήματος της νεολαίας λόγω των Μνημονίων τα τελευταία οκτώ χρόνια συνδέεται και αυτή ως παράμετρος με αυτήν την τάση.

    – της πλήρους αποσύνδεσης, στην συνείδηση αυτών των στρωμάτων, της εσωτερικής ταξικής πάλης από την αντιιμπεριαλιστική εθνικοανεξαρτησιακή πάλη, με τρόπο απολύτως ξένο πια προς την ιστορικότητα των αγώνων της μαρξιστικής (σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής) Αριστεράς στην Ελλάδα. Ταξική πάλη ; Μάλλον ένα είδος «ομοιώματος» της ταξικής πάλης[56], μια προσομοίωση της ταξικής πάλης. .

    -της σύνδεσης με το μεταναστευτικό/προσφυγικό όχι από την σκοπιά της ταξικής αλληλεγγύης όσο κυρίως από την σκοπιά της αντίθεσης στην δήθεν «ομογενοποιητική-ολοκληρωτική» εθνική ταυτότητα, του φιλανθρωπισμού.

    ΟΙ υπογραφές συμπαράστασης στην Συμφωνία τω ν Πρεσπών ( οι 33, οι 158, οι 378 κλπ) αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία, με λίγες αποκλίσεις, των αριστερών ή και αντικαπιταλιστών διανοουμένων που αρθρογράφησαν για το «μακεδονικό» υπέρ των Πρεσπών τους τελευταίους μήνες, δείχνει το γεγονός ότι η Λίμνη των Πρεσπών δεν έγινε το αγγελοπουλικό τοπίο που συνδέει τους λαούς ένθεν κακείθεν της Λίμνης . Έγινε, αντικειμενικά, το πεδίο που ξαναέφερε κοντά, για άλλη μια φορά, την αριστερή διανόηση με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και τον «διεθνιστικό» και πάντως σίγουρα «αντιεθνικιστικό» ευρωπαϊσμό και φιλοιμπεριαλισμό σε γειτνίαση με την Αριστερά . Αν αυτό ισχύει απολύτως για αυτούς που υπέγραψαν τα κείμενα υπέρ της Συμφωνίας, σε περιορισμένο βαθμό, ισχύει και για τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής/αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που υποβάθμισαν το ζήτημα του αντιιμπεριαλισμού και «έθαψαν» το ζήτημα ενός αριστερού δημοκρατικού πατριωτισμού και ακόμη παραπάνω το θέμα της αντίθεσης στον κοσμοπολιτισμό, για χάρη ενός πολύ αμφίβολου διεθνισμού. Για τους πρώτους θα χρησιμοποιήσουμε, σαφώς και ανενδοίαστα, τον όρο νατοϊκή και ιμπεριαλιστική «Αριστερά». Για τους δεύτερους ,ας επιφυλαχθούμε, χάριν της ιστορικής κρίσης.

    Ορισμένες βιβλιογραφικές πηγές για το ιστορικό Μακεδονικό ζήτημα
    Ανατομία του Μακεδονικού Ζητήματος στη δεκαετία του ’90 –μια αδημοσίευτη συνέντευξη του Ευάγγελου Κωφού, που δόθηκε στον Γιάννη Μαυρή, τον Σεπτέμβριο του 1995, public issue.
    Β. Ασημακόπουλου «Μακεδονικό- πολιτικές και διπλωματικές πτυχές ενός ταυτοτικού ζητήματος» , περ. «Τετράδια πολιτικού διαλόγου, έρευνας και κριτικής» τ. 72-73, Χειμώνας 2018-Άνοιξη 2019.
    ΚΚΕ, «Δέκα χρόνια αγώνες 1935-1945»,έκδοση του ΚΚΕ.
    Τ. Κωστόπουλου « Η απαγορευμένη γλώσσα –κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία», Αθήνα 2000, Απαγορευμένη λίστα.
    Τ. Κωστόπουλος -Λ. Εμπειρίκος- Δ. Λιθοξόου «Μακεδονικό- Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας-Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική », Αθήνα 1992, Κίνηση Αριστερών Φιλοσοφικής.
    E. Kofos “Nationalism and Communism in Macedonia”, Georgetown 1964.
    Λ. Σταυριανού «Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά» (1955), Θεσσαλονίκη 2007, Βάνιας, ιδίως σε τ.Β’.
    Α. Συρίγου- Ε. Χατζηβασιλείου «Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό», Αθήνα 2019, Παττάκης.
    Μπ. Τζέλαβιτς , «Ιστορία των Βαλκανίων» , Αθήνα 2006, Πολύτροπον, τ. Α’ και Β’.




    Πηγή


    Ενα Like μας βοηθάει να συνεχίσουμε Facebook

    ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένα αναρτώμενα απο το διαδίκτυο, κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής) θεωρούμε οτι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου !!!!!
    • Blogger Comments
    • Facebook Comments

    0 comments:

    Δημοσίευση σχολίου

    Το ΕΠΙΟΣΥ INFO ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις , υβριστικά ή συκοφαντικά θα αφαιρούνται!

    Item Reviewed: Για την συμφωνία των Πρεσπών : οι πελεκάνοι, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ιμπεριαλισμός  Rating: 5 Reviewed By: Epiosy